Ὁ Εἰρηναῖος διέπρεπε μεταξύ τῶν ἱερέων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Δέν στήριζε μόνο μέ τήν διδασκαλία του καί τό παράδειγμά του τούς πιστούς, ἀλλά ἅπλωνε τά πνευματικά του δίχτυα καί στούς ἀπίστους καί πολλούς ἀπ’ αὐτούς ἔφερνε στήν κιβωτό τῆς σωτηρίας, δηλαδή στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Γιά τή δραστηριότητά του αὐτή, συνελήφθη καί ὑπέστη φρικτά μαρτύρια.
Ὁ Ὢρ καί ὁ Ὀρόψις, εἶχαν τό θᾶρρος να κάνουν δριμύτατη παρατήρηση στόν ἔπαρχο, πού ἦταν θεατής τῶν βασανιστηρίων, μέ ἀποτέλεσμα νά βροῦν κι ἐκεῖνοι τήν ἴδια τύχη. Βασανίστηκαν μαζί μέ τόν ἱερέα, καί οἱ τρεῖς κατόπιν ρίχτηκαν μέσα στή φωτιά. Όμως, ραγδαία βροχή ἔσβησε τή φωτιά καί οἱ τρεῖς μάρτυρες βγῆκαν ἀνέγγιχτοι ἀπό τό καμίνι.
Πανικόβλητος τότε ὁ ἔπαρχος ἔδωσε διαταγή καί τούς ἀποκεφάλισαν.
Πηγή: http://www.saint.gr

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.