Ὁ Ἅγιος Ἑρμόλαος ἀνῆκε στόν Ἱερό κλῆρο τῆς ἐκκλησίας, στή Νικομήδεια.
Ὅταν ὁ Ἅγιος Παντελεήμων ἀνακρινόταν, καί ρωτήθηκε ἀπό ποιόν διδάχτηκε τήν χριστιανική πίστη, ἀπάντησε, ἀπό τόν ἱερέα Ἑρμόλαο. Αὐτό ἦταν ἀρκετό, γιά νά σταλοῦν ἀμέσως στρατιῶτες καί νά συλλάβουν τόν Ἑρμόλαο. Μέ τήν θέλησή τους, ἀκολούθησαν αὐτόν μπροστά στόν κριτή τῆς Νικομήδειας, οἱ φίλοι καί συνεργάτες του ἱερεῖς, Ἕρμιππος καί Ἑρμοκράτης.
Ὁ δικαστής, ἀφοῦ ἐξέτασε πρῶτα τόν Ἑρμόλαο, ρώτησε ἔπειτα τούς ἄλλους δύο τί ζητοῦσαν καί ἦλθαν σ’ αὐτόν. Ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν, ὅτι ἦταν στρατιῶτες τοῦ Ἑρμολάου κάτω ἀπό τήν σημαία τοῦ Χριστοῦ, καί ὅτι τόν παρακαλοῦσαν νά ἔχουν ὅλοι κοινό θάνατο, ὅπως εἶχαν καί κοινή ἀδελφική ζωή. Ἡ ἀπάντηση αὐτή, ἀντί νά κινήσει τό θαυμασμό τοῦ δικαστή, ἄναψε περισσότερο τόν θυμό του. Καταδίκασε λοιπόν καί τούς τρεῖς σέ θάνατο.
Ἔτσι μέ τήν θυσία τους, κέρδισαν τά ἀθάνατα βραβεῖα τῶν ἀθλητῶν τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
Ἱερατεύσαντες, γνησίως Ἅγιοι, τῷ πρυτανεύσαντι, ὑμῖν τά κρείττονα, τοῦ μαρτυρίου τήν ὁδόν, ἠνύσατε γηθοσύνως, ἱερέ Ἑρμόλαε, σύν Ἑρμίππῳ Ἑρμόκρατες, τρίστυλον ἑδραίωμα, Ἐκκλησίας γενόμενοι· διό ἐκδυσωπεῖτε ἀπαύστως, σώζεσθαι πάντας πάσης βλάβης.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἱερεῖς θεόφρονες, ὡς ἀληθῶς δεδειγμένοι, ἱερεῖα ἔμψυχα, προσήχθητε τῇ Τριάδι, ῥεύμασι, τοῖς τῶν αἱμάτων πεφοινιγμένοι, στίγμασι, τοῖς ζωηφόροις πεποικιλμένοι, Ἑρμόλαε θεοφόρε, σύν τῷ Ἑρμίππῳ καί Ἑρμοκράτει ὁμοῦ.
Μεγαλυνάριο.
Ἱερομαρτύρων τριάς σεπτή, Ἑρμόλαε πάτερ, σύν Ἑρμίππῳ τῷ ἱερῷ, καί τῷ Ἑρμοκράτει, Τριάδι τῇ Ἁγίᾳ, ὑπέρ ἡμῶν ἐντεύξεις, ἀεί προσφέρετε.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.