Ηταν τέκνα τῆς Ρώμης καί διακρίνονταν γιά τό ζῆλο τους στή διάδοση τῆς πίστης καί ἐναντίον τῆς πολεμικῆς τῶν εἰδωλολατρῶν.
Καταγγέλθηκαν στίς ἀρχές καί ἔμειναν σταθεροί στήν ὁμολογία τῆς πίστης τους. Τότε, μιά σειρά ἀπό ἄγρια βασανιστήρια τούς περίμεναν.
Στήν ἀρχή τούς ἔδειραν ἀλύπητα καί ἔπειτα τούς ἔριξαν σέ μία φυλακή σκοτεινή καί δυσώδη. Ἐκεῖ τούς ταλαιπωροῦσαν μέ πολλές στερήσεις καί κακοπάθειες. Ἀλλά τίποτα δέν κατάφερε νά τούς κλονίσει. Τότε τούς ἔβγαλαν ἀπό ἐκεῖ, καί ἀφοῦ τούς ἔδεσαν σφιχτά μέ σχοινιά, τούς ἔσυραν οἱ ὄχλοι σέ ἀνώμαλο ἔδαφος, γεμάτο μέ πολλές καί κοφτερές πέτρες.
Ἔτσι οἱ σάρκες τους κομματιάστηκαν καί τά κεφάλια τους γέμισαν ἀπό πληγές καί αἵματα. Οἱ ψυχές τους ὅμως ἀνέγγιχτες, πέταξαν στόν Σωτῆρα Χριστό γιά νά ἀναπαυτοῦν αἰώνια κοντά Του.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.