Ηταν ἀδέλφια, καί ἡ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας ἦταν ὁ μεγάλος τους πόθος. Καί ὁ Θεός τούς ἐλέησε, ἀξιώνοντάς τους νά ἀκούσουν τό κήρυγμα τῶν ἀποστόλων, ἀπό τό ὁποῖο ἑλκύστηκαν στό φῶς καί τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ.
Ἀπό τότε ἡ ζωή τους, στάθηκε ζηλευτή, πίστεως καί ἀγαθοεργίας. Ἔδιναν ἄφθονη βοήθεια σέ χῆρες καί ὀρφανά, καί ἀνέπτυξαν μεταξύ τους εὐγενῆ καί ἱερή ἅμιλλα, γιά τό ποιός νά φέρει περισσότερες ψυχές μέσα στό ψυχοσωτήριο λιμάνι τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Καί κατόρθωσαν πολλά.
Τήν πίστη τους αὐτή, ἐπισφράγισαν καί διά τοῦ μαρτυρίου. Ὅταν συνελήφθησαν, ὁμολόγησαν ὅτι ἄνηκαν στήν χριστιανική Ἐκκλησία καί ὅτι αὐτό ἀποτελοῦσε καύχημά τους περισσότερο καί ἀπό τό ἂν εἶχαν κάποιο στέμμα στό κεφάλι τους. Μάταια ζήτησαν νά τούς δελεάσουν μέ ὑποσχέσεις καί νά τούς ἐκβιάσουν μέ ἀπειλές.
Τά ἀδέλφια ἐνθαρρύνονταν μεταξύ τους, μέ ἀνώτερα πνευματικά λόγια. Ἔτσι καί τῶν τριῶν τά κεφάλια, κόπηκαν μέ τό ξίφος. Καί τά ἀδέλφια κατά σάρκα, στάθηκαν ἀδέλφια διά τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως καί στό μαρτυρικό θάνατο καί στήν κληρονομιά τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.