Ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος (1259 – 1282), γιά νά ἐπιτύχει τήν παρέμβαση τοῦ Πάπα Γρηγορίου Ι’ (1271 – 1276) καί ἀργότερα τοῦ Ἰωάννου Κ’ (1276 – 1277) πρός τόν Κάρολο τόν Ἀνδεγαβικό, προκειμένου νά σταματήσει τίς ἐπιθέσεις του κατά τοῦ Βυζαντίου, προσχώρησε στήν ἕνωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, πού διακηρύχθηκε στίς 6 Ἰουνίου τοῦ 1274 στή Σύνοδο τῆς Λυών τῆς Γαλλίας. Ἡ πράξη ὅμως αὐτή τοῦ αὐτοκράτορα, ἐξήγειρε ἐσωτερικό πόλεμο πού κράτησε μέχρι τό 1281, διότι τόσο ὁ κλῆρος, ὅσο καί ὁ λαός, ἀντιτάχθηκαν σθεναρά κατά τῆς ἑνωτικῆς αὐτῆς πολιτικῆς. Ὁ αὐτοκράτορας μεταχειρίσθηκε ἐναντίον τῶν ἀντιφρονούντων αὐστηρά μέτρα: βαριές φορολογίες καί κατασχέσεις, δημόσιες τιμωρίες καί περιυβρίσεις.
Βοηθούμενος δέ καί ἀπό τόν λατινόφρονα Πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ’ Βέκκο (1275 – 1282), ἐπιχείρησε νά ἐπιβάλει τήν ἕνωση βίαια. Θύματα τῆς βίας αὐτῆς ὑπῆρξαν οἱ Ἰβηρίτες μοναχοί, οἱ ὁποῖοι, δέν ὑπάκουσαν στίς πατριαρχικές καί αὐτοκρατορικές διαταγές περί ἀποδοχῆς τῆς ἑνώσεως, ἀλλά μέ πνευματική ἀνδρεία, τούς ἔλεγξαν γιά τήν ἀνορθόδοξη πολιτική τους, συνελήφθησαν καί ρίχθηκαν στή θάλασσα, ὅπου βρῆκαν μαρτυρικό θάνατο.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.