Ὁἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κάνδιος, Κανδιανός καί Κανδιανέλλη κατάγονταν ἀπό ἐπιφανή Ρωμαϊκή οἰκογένεια καί ἦσαν ἀδέλφια. Διδάσκαλος καί πνευματικός καθοδηγητής τους ἦταν ὁ Ἅγιος Πρῶτος. Ὅταν ἄρχισε, ἐπί αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), ὁ διωγμός κατά τῶν Χριστιανῶν, πούλησαν τά ὑπάρχοντά τους, μοίρασαν τά χρήματα στούς φτωχούς καί ἔφυγαν ἀπό τήν πόλη. Ὅμως συνελήφθησαν καί ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος Δουλκιδίου. Ἐπειδή ἀρνήθηκαν νά θυσιάσουν στά εἴδωλα καί ὁμολόγησαν τήν πίστη τους στόν Χριστό, ἀποκεφαλίσθηκαν τό 304 μ.Χ.
Ἕνας εὐλαβής ἱερέας, ὁ Ζωΐλος, περισυνέλεξε τά ἱερά λείψανα αὐτῶν καί τά ἐνταφίασε μέ εὐλάβεια.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.