Οἱ Ἁγίες Μάρθα καί Μαρία ἦταν ἀδελφές, οἱ ὁποῖες ἔζησαν κατά τήν περίοδο τῶν ἀνελέητων διωγμῶν τῶν Χριστιανῶν ἀπό τούς ἄθεους καί ἀσεβεῖς εἰδωλολάτρες. Συνέβη λοιπόν, νά βρεθοῦν οἱ δύο ἀδελφές ἐνώπιον τοῦ εἰδωλολάτρη ἐπάρχου τῆς πόλεως. Μέ τόλμη φανέρωσαν ὅτι εἶναι Χριστιανές. Ὁ ἔπαρχος ἀγωνίσθηκε νά νικήσει τήν πίστη τῶν δύο γυναικῶν λέγοντας, ὅτι θά ἦταν θλιβερό γι’ αὐτές νά χάσουν τήν ζωή τους σέ τόσο νεαρή ἡλικία. Ἐκεῖνες ἀπάντησαν ὅτι ἡ παροῦσα ζωή εἶναι νύκτα καί ὅτι τό ἀνέσπερο φῶς εἶναι πέρα ἀπό τό σκοτάδι τοῦ τάφου. Τήν ἴδια μαρτυρία ὁμολόγησε καί ὁ Μάρτυς Λυκαρίων πού ἦταν μοναχός.
Ὁ ἔπαρχος διέταξε νά ἀποθάνουν μέ σταυρικό θάνατο. Οἱ στρατιῶτες καθήλωσαν τούς Μάρτυρες ἐπί τοῦ σταυροῦ. Οἱ παρόντες εἰδωλολάτρες θαύμαζαν τήν νεανική ἐκείνη γενναιότητα καί ἀνδρεία. Τότε ὁ ἔπαρχος διέταξε τούς δήμιους νά ἀποκόψουν τίς κεφαλές αὐτῶν. Ἔτσι, οἱ δύο ἀδελφές, Μάρθα καί Μαρία καί ὁ Ὅσιος Λυκαρίων, ἀπό ἀγάπη στόν Θεό, παρέδωσαν τίς Ἅγιες ψυχές τους στά χέρια τοῦ Κυρίου τους καί ἔλαβαν ἀπό Αὐτόν τό στέφανο τῆς δόξας.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.