Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Μένανδρος καί Σαβίνος κατάγονταν ἀπό τήν Ἑρμούπολη τῆς Αἰγύπτου καί μαζί μέ τούς ἄλλους τριάντα ὀκτώ Μάρτυρες Χριστιανούς, ἦταν στρατιῶτες στήν χώρα τῶν Καππαδόκων, κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.). Ὅταν πληροφορήθηκαν γιά τό μαρτύριο τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων († 9 Μαρτίου) καί μέ ποιό τρόπο ἀγωνίσθηκαν, ἔνιωσαν ζῆλο καί οἱ ἴδιοι καί, ἀφοῦ ἔριξαν τά ὅπλα μπροστά στόν ἡγεμόνα, μέ μεγάλη φωνή ὁμολόγησαν τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό καί τούς ἑαυτούς τους ἀληθινούς δούλους Αὐτοῦ. Τότε συνελήφθησαν καί γυμνώθηκαν. Τόσο δέ πολύ τούς κατέγδαραν τίς σάρκες ἀπό τά χτυπήματα τῶν ραβδιῶν, ὥστε μόλις καί μετά βίας νά μποροῦν νά θεωροῦνται ὡς ἰδέα ἀνθρώπων. Στήν συνέχεια τούς ἔριξαν στήν φυλακή χωρίς φροντίδα καί μετά ἀπό λίγο, ἀφοῦ τούς ἔσυραν ἔξω μέ δεμένα τά χέρια καί τά κεφάλια μέ σιδερένιες θηλιές, παρουσιάσθηκαν στόν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολή καί τούς ἀποκεφάλισαν.
Ἅγιοι Μένανδρος καὶ Σαβίνος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς τριάντα ὀκτῶ Μάρτυρες (31 Μαρτίου)
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.