Οἱ Ἅγιοι Νίκανδρος καί Ἑρμαῖος ἦταν μαθητές τοῦ Ἀποστόλου Τίτου, τοῦ τόσο ἀγαπητοῦ συνεργάτη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Κήρυτταν τό Εὐαγγέλιο μέ περίσσιο ζῆλο καί ἀφοσίωση. Μέ τό κήρυγμά τους πολλοί εἰδωλολάτρες πίστεψαν τήν μία ἀληθινή πίστη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν λόγο αὐτό καταγγέλθηκαν στόν ἄρχοντα τῆς πόλης, τόν Λιβάνιο. Παρουσιάστηκαν ὑπό τῆς βίας μπροστά του καί διακήρυξαν τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.
Ὁ Λιβάνιος ἐξοργισμένος διέταξε τόν βασανισμό τους. Συγκεκριμένα διέταξε νά τούς ξεσκίσουν τίς σάρκες τους, ὅμως μέ τήν βοήθεια τῆς Θείας Χάριτος οἱ Ἅγιοι θεραπεύτηκαν. Τό θαῦμα αὐτό ἀντί νά συνετίσει τόν ἄρχοντα, τόν θύμωσε περισσότερο. Ἔτσι διέταξε τό βασανισμό τους μέ πυρά καί τόν ἐνταφιασμό τους καθώς ἦταν ζωντανοί ἀκόμα.
Μέ αὐτό τό μαρτυρικό τρόπο παρέδωσαν τό πνεῦμά τους στόν Κύριο.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Γνῶσιν ἔνθεον, καρποφόρησας, ὡς ὁμότροπος τῶν Ἀποστόλων, ἐν ἱερεῦσι πιστός ἐχρημάτισας· καί μαρτυρίου τοῖς σκάμμασι Νίκανδρε, συγκοινωνόν τόν Ἑρμαῖον ἐκέκτησο· μεθ’ οὗ πρέσβευε, Κυρίῳ τῷ σέ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν ψυχῶν τήν ἄρουραν, γεηπονοῦντες τῷ λόγῳ, μυστικῶς ἠνέγκατε, Χριστῷ ἀθλήσεως στάχυν· Τίτῳ γάρ, τῷ θεηγόρῳ μεθητευθέντες, ὤφθητε, διδασκαλίας θεῖα πυξία, Νίκανδρε Ἱερομάρτυς, σύν τῷ Ἑρμαίῳ λαμπρῶς ἀθλήσαντες.
Μεγαλυνάριον.
Χάριν εἰληφότες τήν θεουργόν, ταῖς χερσί τοῦ Τίτου, τόν τῆς χάριτος φωτισμόν, τοῖς ἐσκοτισμένοις, πυρσεύετε τῷ λόγῳ, Νίκανδρε καί Ἑρμαῖε, Ἱερομάρτυρες.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.