Ἔζησαν τόν 3ο αἰώνα μ.Χ., ὅταν βασιλιάς ἦταν ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Σεβῆρος, καί μαρτύρησαν στήν Ἄγκυρα.
Ἡ Θεοδότη, ἀπό εὐγενική οἰκογένεια, ἦταν θαρραλέα στήν πίστη καί ὅπου καί ἂν βρισκόταν μιλοῦσε γιά τό Εὐαγγέλιο καί προσπαθοῦσε νά αὐξάνει τόν ἀριθμό τῶν ἀφοσιωμένων στήν λατρεία τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ πρεσβύτερος Σωκράτης, ἦταν ἱερέας ἀπό ἐκείνους, πού δέν λειτουργοῦν μόνο, ἀλλά καί φωτίζουν καί οἰκοδομοῦν, στήν ἀνάγκη μάλιστα εἶναι ἕτοιμοι νά θυσιαστοῦν γιά τήν πίστη καί τό ποίμνιό τους. Στήν ἐργασία του αὐτή ὁ Σωκράτης, εἶχε πολύτιμο βοηθό τήν εὐσεβῆ Θεοδότη, πού μέ τήν διδασκαλία της, προπαρασκεύαζε εἰδωλολάτρισσες γυναῖκες στή γνώση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστης καί στήν ἀποδοχή τοῦ ἁγίου βαπτίσματος.
Ἔτσι λοιπόν, καταγγέλθηκαν καί οἱ δυό γιά τίς ἐνέργειές τους αὐτές, συνελήφθησαν καί μέ ἀπειλές καί μαρτύρια τούς ἐξανάγκαζαν νά θυσιάσουν στά εἴδωλα. Ἀλλά ἡ γυναίκα καί ὁ ἱερέας, ἀπέκρουσαν μέ ἀγανάκτηση τήν ἀσεβῆ πρόταση, καί σφράγισαν τήν ὁμολογία τῆς πίστης τους μέ τό αἷμα τους, ἀφοῦ ὑπέστησαν θάνατο μέ ἀποκεφαλισμό.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάβαλε.
Ἀθλήσεως αἵμασι, τήν ἱεράν σου στολήν, ἐνθέως ἐλάμπρυνας, ὑπέρ τῆς δόξης Χριστοῦ, τμηθείς τόν αὐχένα σου· ὅθεν ὡς ἱερέα, καί στερρόν ἀθλοφόρον, Σώκρατες σέ τιμῶμεν, καί θερμῶς σοι βοῶμεν· Μή παύσῃ καθικετεύων, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοῦ Χριστοῦ τῇ χάριτι, καθωπλισμένος, τόν ἀγῶνα ἤνυσας, τοῦ μαρτυρίου εὐθαρσῶς, καί ἐπαξίως δεδόξασθαι, Ἱερομάρτυς ἀοίδιμε Σώκρατες.
Μεγαλυνάριον.
Τόν Ἱερομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, Σωκράτην τόν θεῖον, εὐφημήσωμεν ἐν ᾠδαῖς, χαίροις ἐκβοῶντες, αὐτῷ ἀπό καρδίας, ὁ τόν Χριστόν δοξάσας, οἰκείοις αἵμασι.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.