Κατάγονταν ἀπό τίς Αἰγαίς τῆς Κιλικίας καί ἦταν κληρονόμοι μεγάλης περιουσίας. Ὁ Ζηνόβιος εἶχε σπουδάσει ἰατρική, καί ὄχι μόνο πρόσφερε ἀφιλοκερδῶς τίς ὑπηρεσίες του στούς πάσχοντες, ἀλλά ἐπιπλέον πλούσια μοίραζε ἀπό τά ἀγαθά του σ’ αὐτούς. Μέ τή συμπεριφορά του αὐτή στήριζε τούς χριστιανούς, καί πολλούς εἰδωλολάτρες ἔφερε στή χριστιανική πίστη.
Ὅταν πληροφορήθηκε αὐτό ὁ ἔπαρχος Λυσίας, ἔδωσε διαταγή καί τόν συνέλαβαν. Ὁ Ζηνόβιος μέ παρρησία ὁμολόγησε ὅτι πράγματι εἶναι χριστιανός. Καί ὅ,τι κάνει, τό κάνει γιά τή σωτηρία ψυχῶν καί τήν δόξα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ὁ Λυσίας μέ αὐστηρότητα τοῦ εἶπε ὅτι ἂν δέν σταματήσει αὐτό πού κάνει καί δέν ἀρνηθεῖ τόν Χριστό, θά μαρτυρήσει φρικτά. Ὁ Ζηνόβιος ἀπάντησε ὅτι τά μαρτύρια μποροῦν νά βλάψουν τό σῶμα του, ἀλλά τήν ψυχή του ποτέ. Διότι, λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Καί τίς ὁ κακώσων ὑμᾶς, ἐάν τοῦ ἀγαθοῦ μιμητοί γένησθε;». Ποιός, δηλαδή, θά μπορέσει νά σᾶς κάνει κακό καί νά σᾶς ἐπιφέρει πραγματική βλάβη, ἂν γίνετε μιμητές καί ἀκόλουθοι τοῦ ἀγαθοῦ; Ὁ Λυσίας ἀμέσως διέταξε καί τόν βασάνισαν.
Τότε παρενέβη ἡ ἀδελφή του Ζηνοβία καί ἤλεγξε τόν Λυσία, ὅτι αὐτό πού κάνει εἶναι ἄνανδρο. Ἀλλά ὁ ἔπαρχος συνέλαβε καί αὐτήν, καί τελικά ἀποκεφάλισε καί τούς δυό.
(Κατ’ ἄλλη ἐκδοχή ὁ Ζηνόβιος μαρτύρησε ἐπί Διοκλητιανού. Γεννήθηκε ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς τόν Ζηνόδοτο καί τή Θέκλα, καί πώς, ὅταν μεγάλωσε ἔγινε ἐπίσκοπος Αἰγῶν, ἐπιτελώντας πολλά θαύματα).
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖοι αὐτάδελφοι, ὁμονοοῦντες καλῶς, Ζηνόβιε ἔνδοξε, καί Ζηνοβία σεμνή, συμφώνως ἠθλήσατε· ὅθεν καί τῶν στεφάνων, τῶν ἀφθάρτων τυχόντες, δόξης ἀκατάλυτου, ἠξιώθητε ἅμα, ἐκλάμποντες τοῖς ἐν κόσμῳ, χάριν ἰάσεων.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχᾶς τῆς φύσεως.
Τούς ἀληθείας Μάρτυρας, καί εὐσεβείας κήρυκας, τῶν ἀδελφῶν τήν δυάδα τιμήσωμεν, ἐν θεοπνεύστοις ᾄσμασι, τόν Ζηνόβιοv ἅμα, τῇ σοφῇ Ζηνοβίᾳ, ὁμοῦ βιώσαντας, καί διά μαρτυρίου τευξαμένους στέφος ἄφθαρτον.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις αὐταδέλφων ἡ ξυνωρίς, Ζηνόβιε μάκαρ, Ζηνοβία πανευκλεής, οἱ τόν Θεόν Λόγον, δοξάσαντες ἐν ἄθλοις, παρ’ οὗ και δοξασθέντες, ἡμῶν προΐστασθε.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.