Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος, Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Μελιτινῆς, ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλέως Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.). Ἐπειδή κήρυττε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καταγγέλθηκε στούς εἰδωλολάτρες καί συνελήφθη ἀπό αὐτούς. Ἀφοῦ δέθηκε, ὁδηγήθηκε στόν Μαρκιανό, τόν ὕπατο τῆς χώρας, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησε τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου καί ἔκανε διεξοδική ἀναφορά στήν Θεότητα καί στό Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Στηλίτευσε δέ καί χλεύασε τούς θεούς τῶν Ἐθνικῶν καί τήν πλάνη τους. Ἐξαιτίας αὐτῆς του τῆς στάσης, ἀφοῦ βασανίσθηκε, κλείσθηκε στήν φυλακή.
Ὁ Μαρκιανός ἀνήγγειλε στόν βασιλέα Δέκιο τά γενόμενα. Αὐτός διέταξε νά ἀπολύσουν τόν Ἅγιο ἀτιμώρητο καί ἀνύβριστο. Ἔτσι, ἀφοῦ ἀπελευθερώθηκε ὁ Ἅγιος, περιέφερε στήν σάρκα του τά σημάδια τοῦ Χριστοῦ, φωτίζοντας καί ὁδηγώντας πολλούς στήν ποίμνη τοῦ Κυρίου, μέ θαύματα καί διδάγματα.
Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.