Ὁ Ἅγιος Ἄμανδος γεννήθηκε κοντά στήν Ἀκυϊτανία περί τά τέλη τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ. καί σπούδασε θεολογία στή Ρώμη. Ἀπό νεαρή ἡλικία μόνασε σέ μοναστήρι τῆς νήσου Γιέ. Ἐπειδή ὁ πατέρας του δέν ἤθελε νά γίνει ὁ υἱός του μοναχός καί τοῦ ἔφερνε ἐμπόδια, ὁ Ἅγιος κατέφυγε στήν πόλη Τούρ, ὅπου ἦταν ἐπί δεκαπέντε ὁλόκληρα χρόνια ἔγκλειστος σέ ἕνα κελί στά τείχη τῆς πόλεως. Σέ ἕνα προσκύνημά του στούς τάφους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, στή Ρώμη, εἶδε σέ ὅραμα τόν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος τοῦ φανέρωσε ὅτι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νά κηρύξει ὁ Ἅγιος τό Εὐαγγέλιο στούς λαούς τῆς Βελγικῆς. Γι’ αὐτό ἐπέστρεψε στήν πόλη Μπούρζ, ὅπου χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος καί ἄρχισε τήν ἱεραποστολική του δράση στούς λαούς τῆς Γάνδης, τῆς Φλάνδρας, τῶν Πυρηναίων καί τῆς Γασκώνης.
Μετά ἀπό τό δεύτερο προσκύνημά του στή Ρώμη, στούς τάφους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἐξελέγη τό ἔτος 647 μ.Χ. Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Μάαστριχτ. Ἐκεῖ ἐργάσθηκε γιά τήν ἐξημέρωση τῶν ἠθῶν καί τῶν ἐθίμων τῶν ἐθνικῶν λαῶν καί πολλές φορές ἔσωσε, μέ τήν προσευχή του, τό ποίμνιό του ἀπό φυσικές καταστροφές. Μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου, Πάπα Ρώμης († 16 Σεπτεμβρίου), συνεκάλεσε τοπικές Συνόδους κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ.
Μετά ἀπό τόσα χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως καί διακονίας, ὁ Ἅγιος Ἄμανδος, ἀφοῦ ἐνθρόνισε ὡς διάδοχό του τόν Ἅγιο Ρεμάκ, παραιτήθηκε ἀπό τόν Ἐπισκοπικό θρόνο. Συνέχισε ὅμως τό κηρυκτικό ἔργο του, τό ὁποῖο τελείωσε στή Γασκώνη καί κοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη στή μονή τοῦ Ἐλνόν, τό ἔτος 680 μ.Χ.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.