Υπακούετε «ἐκ καρδίας εἰς ὂν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς». Κάνετε ὑπακοή μέ ὅλη τήν καρδιά σας στόν ἀκριβή κανόνα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας.
Τέτοιος ἄνθρωπος ὑπακοῆς στόν Θεό ἦταν καί ὁ ἀπόστολος Ἀνανίας. Διότι, ὅταν ὁ Θεός τοῦ εἶπε μέ ὅραμα νά συναντήσει τόν Σαῦλο, πού ἦταν ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τῶν χριστιανῶν, ἔκανε ὑπακοή στά λόγια τοῦ Κυρίου. Ἀμέσως πῆγε στήν Εὐθεῖα ὁδό καί ἀναζήτησε τό σπίτι τοῦ Ἰούδα, ὅπου ἦταν ὁ Σαῦλος. Τόν θεράπευσε, τόν βάπτισε χριστιανό, καί ἔπειτα αὐτός, μέ τό ὄνομα Παῦλος, ἔγινε ὁ μέγας Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν.
Κατόπιν ὁ Ἀνανίας πῆγε στήν Ἐλευθερούπολη, ὅπου μέ τή διδασκαλία του εἵλκυσε στόν Χριστό πολυάριθμες ψυχές. Ὁ θόρυβος ὅμως πού δημιούργησε ἡ ἀποστολική του δράση, ἔκανε τόν ἡγεμόνα Λουκιανό νά τόν συλλάβει. Χρησιμοποίησε πολλούς καί ποικίλους τρόπους προκειμένου νά ἀλλαξοπιστήσει ὁ Ἀνανίας. Ἀλλά ὁ Ἀνανίας ἔμεινε ἀμετακίνητος στά χριστιανικά του φρονήματα.
Τότε ὁ Λουκιανός τόν μαστίγωσε μέ νεῦρα βοδιῶν. Ἔπειτα, μέ σιδερένια νύχια τοῦ ξέσχισε τά πλευρά καί ἔκαψε τίς πληγές του μέ ἀναμμένες λαμπάδες. Τέλος, ἀφοῦ τόν ἔβγαλε ἔξω ἀπό τήν πόλη, τόν λιθοβόλησε.
Ἔτσι, ὁ Ἀνανίας πῆρε τό ἁμαράντινο στεφάνι τῆς ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὡς ἔμπλεως χάριτος, τοῦ Τρισηλίου φωτός, τό σκεῦος ἐφώτισας, τῆς ἐκλογῆς τοῦ Χριστοῦ, Ἀνανία Ἀπόστολε· ὅθεν ἀνακηρύξας, εὐσέβειας τόν λόγον, ἄθλοις ἐβεβαιώσω, τήν σωτήριον χάριν· δι’ ἧς τοῖς σέ εὐφημοῦσι, δίδου τά πρόσφορα.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τήν ἐν πρεσβείαις.
Ὁ ἐν πρεσβείαις, θερμότατος ἀντιλήπτωρ, καί τοῖς αἰτοῦσι, ταχύτατα ἐπακούων, δέξαι τήν δέησιν Ἀνανία ἡμῶν, καί τόν Χριστόν δυσώπει, τοῦ ἐλεῆσαι ἡμᾶς, τόν μόνον ἐν Ἁγίοις δοξαζόμενον.
Μεγαλυνάριον.
Δι’ ἀποκαλύψεως θεϊκῆς, τῷ Σαύλῳ βραβεύεις, τόν οὐράνιον φωτισμόν· ὅθεν Ἀνανία, ὡς Μάρτυρά σε θεῖον, Ἀπόστολόν τε ἅμα, Χριστός ἐδόξασε.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.