Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Γ’, ὁ Πατελλάριος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, καταγόταν ἀπό τό Ρέθυμνο τῆς Κρήτης. Ἐξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης καί ἀργότερα, ὅταν ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ὁ Λούκαρις ἐξορίστηκε στήν Τένεδο, ὁ Ἀθανάσιος ἀνῆλθε στόν Πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό Μάρτιο τοῦ 1634. Μετά ὅμως σαράντα ἡμέρες ἐκδιώχθηκε καί στόν θρόνο ἐπανῆλθε ὁ Κύριλλος ὁ Λούκαρις. Ὁ Ἀθανάσιος ἔγινε καί πάλι Πατριάρχης τό 1651, ἀλλά μόνο γιά δεκαπέντε ἡμέρες ὅταν, ὑποκύπτοντας στήν ἀντίδραση τῶν Μητροπολιτῶν, ἐξαναγκάσθηκε σέ παραίτηση καί ἀπῆλθε στό Γαλάζιον καί ἀπό ἐκεῖ στή Ρωσία. Ἐκεῖ ἔγινε εὐμενῶς δεκτός στή Μόσχα καί τέλος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη στήν πόλη τῆς Λούβνας.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.