Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος ἢ Δῆμος, καταγόταν ἀπό τό χωριό Ὀζοῦν Κιοπρού (Μακρά Γέφυρα) τῆς ἐπαρχίας Ἀνδριανουπόλεως. Ἦταν ψαράς καί ἐργαζόταν σέ ἰχθυοτροφεῖο τῆς Σμύρνης. Κάποια ἡμέρα ἦλθε σέ προστριβή μέ τόν Τοῦρκο ἰδιοκτήτη τοῦ ἰχθυοτροφείου, ὁ ὁποῖος τόν συκοφάντησε ὅτι ὁρκίσθηκε νά γίνει Τοῦρκος. Ἔτσι τόν προσήγαγαν στόν κριτή ἀνάμεσα σέ ψευδομάρτυρες. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἔμεινε σταθερός στήν πίστη του. Γι’ αὐτό τόν χτύπησαν ἀνηλεῶς καί τόν ἔριξαν στή φυλακή, ὅπου τόν βασάνισαν μέ ξύλα, πλίνθους καί ἄλλα βασανιστικά μέσα. Τόν ἔβγαλαν ἀπό τήν φυλακή τρεῖς φορές μήπως καί ἀλλάξει στάση, συνέχεια ὅμως ὁ Ἅγιος ὁμολογοῦσε τόν Χριστό. Ἡ καταδίκη ἦταν ἀναπόφευκτη. Ὁ κριτής ἔδωσε ἐντολή νά τόν ἀποκεφαλίσουν στή Σμύρνη τό ἔτος 1763. Τό ἱερό λείψανο τοῦ Ἁγίου ἐνταφιάσθηκε μέ τιμή καί εὐλάβεια στό ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Σμύρνης καί ὁ τάφος του ἔγινε προσκύνημα τῶν πιστῶν, παρέχοντας σέ αὐτούς πολλά ἰάματα.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.