Ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Δομέτιος ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) καί καταγόταν ἀπό τήν χώρα τῆς Φρυγίας. Βλέποντας ὅμως ὅτι πολλοί ἀρνοῦνταν τόν Χριστό καί προσκυνοῦσαν τά εἴδωλα, δυσφοροῦσε καί ἀγανακτοῦσε. Μία ἡμέρα, λοιπόν, ἐνῷ γινόταν ἱπποδρομία καί προσφερόταν θυσία στά εἴδωλα, δέν μπόρεσε νά ὑπομείνει ἄλλο. Ποθώντας μέ θεϊκό ζῆλο νά μαρτυρήσει τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, στάθηκε στό μέσο τοῦ θεάτρου καί μέ μεγάλη φωνή καταράστηκε τόν ἀποστάτη Ἰουλιανό, ἔπτυσε ὅλους ὅσους λάτρευαν τά εἴδωλα καί χλεύασε τούς ψεύτικους θεούς. Γι’ αὐτό συνελήφθη καί ὑπέστη πολλά βασανιστήρια. Στό τέλος, ἐπειδή δέν ἀρνιόταν τόν Χριστό, τοῦ ἀπέκοψαν διά ξίφους τήν ἱερά κεφαλή του.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.