Εζησε στά τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ., ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Διοκλητιανός.
Γεννήθηκε στήν Κατάνη τῆς Σικελίας, ὅπου ἦταν καί διάκονος τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας. Θερμός κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Εὖπλος, προσπαθοῦσε νά στερεώσει τήν πίστη τῶν διωκόμενων χριστιανῶν καί τούς προέτρεπε νά προτιμοῦν τά πιό φρικτά μαρτύρια παρά νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό. Διότι «εἰ ὑπομένομεν, καί συμβασιλεύσομεν εἰ ἀρνούμεθα. Κακεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς». Ἐάν, δηλαδή, δείχνουμε ὑπομονή, τότε καί θά βασιλεύσουμε μαζί μ’ Αὐτόν (τόν Χριστό). Ἐάν, ὅμως, Τόν ἀρνούμαστε, καί Ἐκεῖνος θά μᾶς ἀρνηθεῖ.
Οἱ εἰδωλολάτρες, βλέποντας αὐτή τήν δραστηριότητα τοῦ Εὔπλου, τόν κατήγγειλαν στόν Ἔπαρχο Καλβισιανό. Αὐτός προσπάθησε μέ συζήτηση νά πείσει τόν Εὖπλο ὅτι ἦταν μωρία νά πιστεύει στόν Τριαδικό Θεό καί ἔπρεπε τό συντομότερο νά Τόν ἀρνηθεῖ. Ὁ Εὖπλος ἀκαταμάχητος συζητητής, διέλυσε ἕνα πρός ἕνα ὅλα τά ἐπιχειρήματα τοῦ ἐπάρχου.
Ὁ Καλβισιανός, ἀφοῦ εἶδε ὅτι δέν τά ἔβγαζε πέρα μέ τόν Εὖπλο, διέταξε καί τοῦ ἔσχισαν τίς σάρκες μέ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τοῦ ἔσπασαν τίς κνῆμες μέ σφυριά καί στό τέλος τόν ἀποκεφάλισαν. Ἐνῷ ὁ Εὖπλος ἐξακολουθοῦσε νά μήν ἀρνεῖται τόν Χριστό, μέχρι καί τήν τελευταία του πνοή.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάβαλε.
Ὡς θεῖος διάκονος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ὁσίως διήγαγες, τά πρός Θεόν καί πιστῶς, καί ἤθλησας ἄριστα· σύ γάρ ἐν τῷ πελάγει, τῶν ποικίλων ἀγώνων, εὔπλοος ἀνεδείχθης, παμμακάριστε Εὖπλε. Καί νῦν ἡμᾶς πρός λιμένα, θεῖον κυβέρνησον.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορός Ἀγγελικός.
Τούς νόμους τοῦ Χριστοῦ, ταῖς χερσί περιφέρων, ἐπέστης ἐκβοῶν, τοῖς ἐχθροῖς ἐν σταδίῳ· Αὐτόκλητος πάρειμι, ἐναθλήσων στερρότατα· ὅθεν κλίνας σου, περιχαρῶς τόν αὐχένα, ὑποδέδεξαι, τήν ἐκτομήν τήν τοῦ ξίφους, τελέσας τόν δρόμον σου.
Μεγαλυνάριον.
Ἄθλους διανύσας μαρτυρικούς, καί λύθροις αἱμάτων, πορφυρώσας τήν σήν στολήν, τῷ Χριστῷ παρέστης, ὡς Μάρτυς τροπαιοῦχος, ὦ Εὖπλε Διακόνων, τό ἐγκαλλώπισμα.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.