Ἡνήκει στίς εὐσεβεῖς δόξες τῆς Καισαρείας στήν Καππαδοκία. Ὁ πατέρας του Διονύσιος, πέθανε ἀλλά αὐτός δέν ἀπέμεινε ὀρφανός. Κατηχήθηκε στή χριστιανική πίστη, βαπτίστηκε καί ἔγινε ὑπήκοος καί μακαριστός γιός τοῦ οὐράνιου Πατέρα. Ὅλα του τά ὑπάρχοντα, τά μοίρασε στούς φτωχούς.
Ζοῦσε μέ μεγάλη ἁπλότητα καί ἀφιερώθηκε στήν ὑπηρεσία τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν. Γι’ αὐτό λοιπόν, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Ἀνδριάνας (117 μ.Χ.), καταδιώχτηκε καί καταδικάστηκε.
Στήν ἀρχή τοῦ ξέσκισαν τά πλευρά καί ἔτσι αἱμόφυρτο τόν ἔριξαν στήν φυλακή. Τελικά, ἀφοῦ δέν μπόρεσαν νά τόν ἀλλαξοπιστήσουν τόν ἀποκεφάλισαν.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.