Γεννήθηκε στίς μέρες τοῦ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Λέοντα Ε’ τοῦ Ἀρμενίου (813 – 820), σέ κάποια κωμόπολη τῆς Γαλατίας, τήν Ὀψῶ, πού ἦταν κοντά στήν Ἄγκυρα (σημερινή πρωτεύουσα τῆς Τουρκίας). Οἱ γονεῖς του ἦταν πλούσιοι καί εὐσεβεῖς, καί ὀνομάζονταν Ἐπιφάνιος καί Ἄννα. Εἶχαν καί δυό κόρες, τήν Μαρία, πού ἦταν πρεσβυτέρα καί τήν Ἐπιφάνια.
Ὅταν ὁ Ἅγιος ἦλθε σέ κατάλληλη ἡλικία, παντρεύτηκε καί ἀπόκτησε μία κόρη τήν Ἀναστασῶ (τήν γυναῖκά του τήν ἔλεγαν Εὐφροσύνη). Ἐπειδή ὅμως ἐπιθυμοῦσε τήν μοναχική πολιτεία, ἀφοῦ τακτοποίησε τίς οἰκογενειακές του ὑποθέσεις, πῆγε σέ μοναστήρι, κοντά στόν Ὅσιο Ἰωαννίκιο, στόν Ὄλυμπο τῆς Βιθυνίας. Ἐκεῖ, μετά ἀπό δοκιμασία, γίνεται μοναχός, τό 842, μέ τό ὄνομα Εὐθύμιος, ἀπό Νικήτας πού ὀνομαζόταν πρῶτα.
Μετά ἀπό ἀρκετά χρόνια ἀσκήσεως στό κοινόβιο αὐτό, ὁ Εὐθύμιος ἀναχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος. Ἀπό ἐκεῖ ἐπέστρεψε στόν Ὄλυμπο καί μετά ἀπό πολλές περιπέτειες καί ταξίδια, ἵδρυσε κοντά στήν Θεσσαλονίκη τή Μονή Περιστερῶν τό 871, ὅπου ἐγκαταστάθηκε καί τήν ἀνέδειξε μέ τήν ἄριστη πνευματική ζωή του, σέ ἄριστο πνευματικό κέντρο.
Ἔτσι λοιπόν, ἀσκητικά καί θεάρεστα ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά τήν 15η Ὀκτωβρίου 894.
Τήν βιογραφία του συνέγραψε ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Βασίλειος, πού ὑπῆρξε καί μαθητής τοῦ Ἁγίου.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, διηυγασμένος, ἠκολούθησας, Χριστῷ ὁσίως, θεοφόρε παμμάκαρ Εὐθύμιε· καί διαφόροις ἐν τόποις ἐξέλαμψας, καί τῷ χειμάρρῳ τοῦ Ἄθω ἡσύχασας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ ἰσαγγέλῳ πολιτείᾳ σεμνυνόμενος
Τῶν δωρεῶν τοῦ Παρακλήτου κατηξίωσαι
Καί ὡς ἥλιος ἐξέλαμψας ἐν Ὁσίοις.
Μεθ’ ὧν πρέσβευε Χριστῷ τῷ Παντοκράτορι
Ἐκ παντοίων συμφορῶν λυτροῦσθαι πάντοτε
Τούς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Εὐθύμιε.
Μεγαλυνάριον.
Ἄσκησιν ὁσίαν διαδραμών, ὡς λύχνος ἐκλάμπεις, ἐν τῷ Ἄθῳ φωτοφανῶς, Εὐθύμιε Πάτερ καί πανταχοῦ πυρσεύεις, τήν αἴγλην τῶν ἁγίων κατορθωμάτων σου.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.