Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Γλυκέριος ἀναφέρεται στό Συναξάρι τοῦ Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου. Ὅταν ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἦταν κλεισμένος στή φυλακή, ἡ φήμη τῶν θαυμάτων του εἶχε φθάσει σέ ὅλη τήν πόλη καί τά περίχωρα. Ἔτσι πλῆθος κόσμου κάθε νύχτα γέμιζε τή φυλακή, δίδοντας μεγάλα δῶρα στούς δεσμοφύλακες γιά νά δεῖ τόν Ἅγιο καί νά λάβει πνεῦμα δυνάμεως, πνεῦμα χαρᾶς, πνεῦμα πίστεως καί ἀγάπης. Ἀνάμεσα σέ αὐτούς ἦταν καί ὁ πτωχός Γλυκέριος. Εἶχε στήν κατοχή του ἕνα μόνο βόδι, τό ὁποῖο ψόφησε τήν ὥρα πού ὄργωνε τό χωράφι του. Ἔπεσε λοιπόν στά γόνατα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί τόν ἱκέτευε νά τόν βοηθήσει. Στήν εἰλικρινή ὁμολογία του ὅτι πιστεύει στόν Θεό, ὁ Ἅγιος τόν προέπεμψε λέγοντάς του ὅτι τό βόδι του ἦταν ζωντανό. Ὅταν τό διαπίστωσε ὁ Γλυκέριος, ἐπέστρεψε στόν Ἅγιο γιά νά τόν εὐχαριστήσει καί κραύγαζε: «Μέγας ὁ Θεός τοῦ Γεωργίου». Γιά τόν λόγο αὐτό συνελήφθη καί ὑπέστη τόν διά ξίφους θάνατο.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.