Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος καταγόταν ἀπό τήν Ἀριανζό, ἕνα χωριό κοντά στή Ναζιανζό τῆς Καππαδοκίας. Πρίν εἰσέλθει στόν ἱερό κλῆρο ἐργαζόταν ὡς ὑπάλληλος τοῦ κράτους. Παρά τό γεγονός ὅτι βρισκόταν σέ μεγάλη θέση, ἀπό τήν ὁποία μποροῦσε νά χρηματίζεται, ποτέ δέν τό ἐκμεταλλεύτηκε. Ἡ τιμιότητά του δέν τόν ἄφησε νά ἀγαπήσει τό ἄνομο κέρδος. Ὁ Ἅγιος ἦταν νυμφευμένος μέ τήν Νόννα, γυναῖκα ἐνάρετη καί φιλόθεη, καί ἀπέκτησε δυό υἱούς, τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο († 25 Ἰανουαρίου) καί τόν Ἅγιο Καισάριο τόν Ἰατρό († 9 Μαρτίου), καί μία θυγατέρα, τήν Ἁγία Γοργονία († 23 Φεβρουαρίου). Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τήν μνήμη τῆς Ἁγίας Νόννας στίς 5 Αὐγούστου.
Ὁ Γρηγόριος ἀνῆκε ἀρχικά στή θρησκευτική αἵρεση τῶν Ὑψισταρίων. Γιά τούς χρόνους ἐκείνους, τούς γεμάτους ἀπό ποικίλες φιλοσοφικές ἀντιλήψεις καί θρησκευτικές αἱρέσεις, δέν εἶναι παράδοξο τό ὅτι ὁ ἀνώτερος ἐκεῖνος ὑπάλληλος μιᾶς Ἑλληνοκαππαδοκικής πόλεως ἀνῆκε σέ θρησκευτική αἵρεση. Οἱ Ὑψιστάριοι δέχονταν μόνο Θεό «Ὕψιστο» καί ἡ διδασκαλία τους ἦταν ἀναμεμιγμένη μέ ἰουδαϊκούς καί ἐθνικούς τύπους. Στήν Ὀρθοδοξία τόν ὁδήγησε μέ τήν βαθύτατη ἐπίδρασή της ἡ εὐσεβής καί εὐπαίδευτη σύζυγός του, ἡ Νόννα. Μία μέρα ἄκουσε τό σύζυγό της νά ψάλλει τόν ψαλμό τοῦ Δαβίδ «Εὐφράνθην ἐπί τοίς εἰρηκόσι μοι εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμοί 121, 1). Ἡ εὐσεβής Νόννα δράττεται τῆς εὐκαιρίας καί ὁδηγεῖ τόν σύζυγό της στόν Ἐπίσκοπο Ναζιανζού Λεόντιο, ὁ ὁποῖος δέχθηκε τόν Γρηγόριο. Βαπτίσθηκε τό ἔτος 325 μ.Χ. καί ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος Ναζιανζού τό ἔτος 328 μ.Χ.. Ἡ ἀρχιερατεῖα του διήρκησε 45 ἔτη. Κατά τήν ἐπισκοπική του πορεία πολιτεύθηκε κατά Θεόν καί ἡ Ἐκκλησία τόν κατέταξε στή χορεία τῶν Ἁγίων της.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη περί τά τέλη τοῦ ἔτους 373 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.