Ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος, κατά κόσμον Ἰωάννης Ἀλεξέεβιτς Μπορόσωφ, γεννήθηκε στίς 15 Δεκεμβρίου 1800 στό χωριό Ἔλετς τῆς ἐπαρχίας Ὀρέλ τῆς Ρωσίας καί καταγόταν ἀπό ἱερατική οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Ἀλέξιος καί Ἀκυλίνα καί ἀνέθρεψαν τόν μικρό Ἰωάννη μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου. Τό 1819 τελείωσε μέ ἐπιτυχία τίς σπουδές του στό σεμινάριο τοῦ Ὀρέλ καί εἰσήχθη στή θεολογική ἀκαδημία τοῦ Κιέβου, ἀπό τήν ὁποία ἀποφοίτησε τό 1823.
Ἡμέρες καί νύχτες ὁ Ἰωάννης τίς ἀφιέρωνε στήν μελέτη τῶν ἱερῶν κειμένων καί τῶν Πατέρων καί ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα μέ τήν συγγραφή κηρυγμάτων τοῦ θείου λόγου. Ἡ ἀγάπη του πρός τόν μοναχικό βίο ὁδηγεῖ τά βήματά του στό μοναστήρι, ὅπου κείρεται μοναχός καί λαμβάνει τό ὄνομα Ἰννοκέντιος. Λίγο ἀργότερα καλεῖται νά διδάξει στή θεολογική ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως καί τό 1826 χειροθετεῖται ἀρχιμανδρίτης. Στίς 21 Νοεμβρίου 1836, κατά τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, χειροτονεῖται Ἐπίσκοπος τοῦ Ζιγκιρίνσκ, στήν περιοχή τοῦ Κιέβου. Κατά τά ἔτη 1841 – 1842 μετατίθεται στήν πόλη Βολογκντά καί ἀπό τό 1842 μέχρι τό 1848 στήν Ἐπισκοπή τοῦ Χάρκωβ. Τό 1857, μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου Χερσῶνος καί πάσης Ταυρίδος, καθίσταται Ἐπίσκοπος τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς.
Τά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει ἀπό τίς φυλές τῶν Τατάρων καί τούς Ἑβραίους εἶναι πολλά. Ὁ Ἅγιος ἀγωνίζεται νά διασώσει ἀπό τήν καταστροφή ναούς καί μονές καί νά ἐμψυχώσει τό λαό. Στόν πόλεμο τῆς Κριμαίας, συμπαρίσταται μέ ἀγωνιστικό φρόνημα καί πίστη στούς στρατιῶτες πού ὑπεράσπιζαν τήν πόλη. Τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς καί τῆς ποιμαντικῆς δράσεώς του ἀποκαλύπτεται, ὅταν ὁ ἴδιος ἐπισκέπτεται καί φροντίζει τούς τραυματίες, τούς πάσχοντες καί τούς ἀσθενεῖς ἀπό τήν ἀρρώστια τοῦ τύφου. Ἦταν γιά ὅλους ἐπίγειος ἄγγελος καί παρηγορητής.
Ἔτσι ἀφοῦ διακόνησε θεοφιλῶς τό ποίμνιό του, ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 1857.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.