Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης, λόγιος καί εὐσεβής Χριστιανός, καταγόταν ἀπό τήν Τραπεζούντα. Ἀσχολούμενος μέ τό ἐμπόριο, ἐπιβιβάσθηκε κάποτε σ’ ἕνα τούρκικο πλοῖο πού ἔπλεε ἀπό τήν Τραπεζούντα στό Ἀσπρόκαστρο (Ἄκκερμαν) τῆς Ρουμανίας. Κατά τή διάρκεια τοῦ ταξιδίου, ἡ προσευχή, ἡ νηστεία καί ἡ ἐλεημοσύνη πού ἐξεδήλωσε ὁ Ἰωάννης, ἐκίνησαν τό φθόνο τοῦ Τούρκου πλοίαρχου, ὁ ὁποῖος μάταια προσπαθοῦσε νά τόν προσηλυτίσει. Ἀφοῦ ἀποβιβάσθηκαν στό Ἀσπρόκαστρο, ὁ πλοίαρχος κατήγγειλε στόν Τοῦρκο δικαστή ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁμολόγησε μεθ’ ὅρκου στό πλοῖο του ὅτι θέλει νά γίνει Μωαμεθανός. Ὁ Ἰωάννης κληθείς ὑπό τοῦ δικαστοῦ ἀπέκρουσε ἐντόνως τήν πρόταση καί ἔτσι ἐκεῖνος διέταξε νά μαστιγωθεῖ ἀνηλεῶς ἐπί δύο ἡμέρες. Στή συνέχεια τόν ἔδεσαν στήν οὐρά ἀτίθασου ἀλόγου καί τόν ἔσυραν ἀνά τίς ὁδούς τῆς πόλεως, ὅπου κάποιος Ἑβραῖος τοῦ ἀπέκοψε τήν κεφαλή. Ἔτσι, στίς 12 Ἰουνίου 1330, ὁ Ἰωάννης ἐμαρτύρησε καί ἔλαβε τόν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας. Τό ἱερό λείψανο, μετά 70 περίπου χρόνια, μετακομίσθηκε ὑπό τοῦ βοεβόδα τῆς Μολδαβίας Ἀλεξάνδρου τοῦ Ἀγαθοῦ στήν πόλη Σουτσεάβα, ἀπ’ ὅπου τό 1686, κατά τήν ἐκστρατεία τοῦ Ἰωάννου Σομπιέσκι κατά τῶν Τούρκων, παραληφθέν μεταφέρθηκε στήν πόλη Ζιολκίεβ τῆς Πολωνίας. Τό 1783, ἐπανήχθη καί πάλι στή Σουτσεάβα μέ διαταγή τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωσήφ Β’.
Ἀκολουθία τοῦ Νεομάρτυρος Ἰωάννου ἐξέδωσε στή Βενετία, τό 1752, ὁ Ἰουστίνος ὁ Δεκαδύος, καί ἄλλη, συντεθεῖσα ὑπό τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Νικηφόρου τοῦ Κρητός, ἐξέδωσε στό Ἰάσιο τό 1819 ὁ Τραπεζούντιος Θωμᾶς Μπουγιούκης.
Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ Τραπεζουντίου ἑορτάζεται, ἐπίσης, στίς 2 Ἰουνίου.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.