Ὁ Ἅγιος αὐτός νεομάρτυρας, γεννήθηκε στήν Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου, ἀπό γονεῖς Μουσουλμάνους. Ὁ πατέρας του ἦταν Δερβίσης καί Σέχης στό ἀξίωμα.
Εἴκοσι χρονῶν, μπῆκε καί αὐτός στό τάγμα τῶν Δερβίσηδων. Ἀφοῦ ἔκανε ἀρκετά χρόνια στά Ἰωάννινα, πῆγε στό Βραχώρι τῆς Αἰτωλίας, ὅπου κατοίκησε σ’ ἕνα οἴκημα, πού ὀνομαζόταν Μουσελίμ σεράϊ. Ξαφνικά ὅμως, ἄρχισε νά ζεῖ σάν χριστιανός, πέταξε τά ἐνδύματα τοῦ Δερβίση καί ντύθηκε χριστιανικά.
Ἔπειτα πῆγε στήν Ἰθάκη, ὅπου δέχτηκε τό ἅγιο Βάπτισμα μέ τό ὄνομα Ἰωάννης. Ὅταν ἐπανῆλθε στήν Αἰτωλία, παντρεύτηκε στό χωριό Μαχαλάς καί ἔκανε τό ἐπάγγελμα τοῦ ἀγροφύλακα.
Ὁ πατέρας του ὅμως, ἔστειλε ἀπεσταλμένους νά τόν μεταπείσουν, ἀλλά αὐτός τούς ἔδιωξε. Τότε συνελήφθη ἀπό τόν Μουσελίμη τοῦ Βραχωρίου, στόν ὁποῖο ὁμολόγησε μέ θάρρος τό χριστιανικό του ὄνομα καί τήν ἀγάπη του στόν Χριστό.
Βασανίστηκε ἀνελέητα. Τελικά τόν ἀποκεφάλισαν στίς 23 Σεπτεμβρίου 1814. Οἱ χριστιανοί παρέλαβαν τό τίμιο λείψανό του καί τό ἔθαψαν σ’ ἕνα ἀγρόκτημα στό Βραχώρι.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.