Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης, ὁ Σερραῖος, ἦταν γόνος μιᾶς εὐκατάστατης οἰκογένειας Σερραίων. Στήν ἀκμή τῆς νεότητός του, τό θάρρος του νά παρουσιάζεται σέ δημόσιους χώρους ὡς ἴσος πρός τούς κατακτητές καί ἡ λαμπρότητα τῆς ἐμφανίσεώς του, προκάλεσαν τόν φθόνο τῶν Τούρκων πού τόν διέβαλαν στίς ἀρχές τους. Οἱ κατήγοροί του ὑποστήριξαν πώς ὁ Νεομάρτυρας Ἰωάννης δημόσια ἐξύβρισε τήν πίστη τοῦ Μωάμεθ, ἀρνούμενος, παρά τήν ἀρχική του ὑπόσχεση, νά τήν ἀκολουθήσει. Οἱ δικαστές του, ἐκτιμώντας τά δεδομένα, στήν ἀρχή προσπάθησαν μέ ὑποσχέσεις γιά ἀξιώματα νά τόν δελεάσουν, ὥστε νά ἀλλάξει τήν πίστη του, καθώς θά εἶχαν μεγάλο κέρδος, ἂν τό παράδειγμά του ἔβρισκε καί ἄλλους μιμητές.
Ὅταν οἱ προσπάθειές τους ἀπέτυχαν, κατέφυγαν στά βασανιστήρια. Ἔβγαλαν τόν Μάρτυρα ἀπό τήν φυλακή καί τόν ἔσυραν χωρίς ἔνδυση πάνω στήν γῆ, ξεριζώνοντάς του τήν πλούσια κόμη του καί ραβδίζοντας τον. Ὁ Ἅγιος, παρά τά φοβερά αὐτά μαρτύρια, ἄντεχε καί συνέχιζε νά ὑμνεῖ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί τότε, στά δεξιά του ἐμφανίσθηκε ἕνας ἔφιππος καί μεγαλοπρεπής ἄνδρας πού τό πρόσωπό του ἀκτινοβολοῦσε σάν ἥλιος. Ὁ Μάρτυρας Ἰωάννης εἶδε τήν ὑπέρλαμπρη αὐτή παρουσία καί ἀντελήφθη πώς μέ νεῦμα ὁ ἔφιππος ἄνδρας τοῦ συνιστοῦσε νά μή φοβᾶται τίποτα καί νά μήν χάσει τό θάρρος του.
Οἱ Τοῦρκοι, ὅταν καί μέ αὐτόν τόν ἐπώδυνο τρόπο στάθηκε ἀδύνατο νά τόν κάνουν νά ἀλλάξει τήν πίστη του, τόν ἔβγαλαν καί πάλι ἀπό τήν φυλακή καί τόν ὁδήγησαν σέ χῶρο δημόσιο, ὅπου οἱ δήμιοί του, γιά νά κάνουν τό τέλος του πιό ἐπώδυνο, τόν ἀνέβασαν πάνω σέ σωρό ἀπό φρύγανα καί ξερά ξύλα καί, ἀφοῦ τοῦ ἔδεσαν τά χέρια καί τά πόδια, ἔβαλαν φωτιά στό εὔφλεκτο ὑπόστρωμα.
Ὁ Μάρτυς Ἰωάννης παρέμεινε ἤρεμος σέ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ φρικτοῦ μαρτυρίου καί, μάλιστα, σιγανά ὑμνολογοῦσε τόν Θεό. Ἕνας ἀπό τούς βασανιστές του, γιά νά τόν κάνει νά σωπάσει, τοῦ ἔμπηξε ἕνα πάσσαλο στό στόμα καί ἐπέφερε ἔτσι τό τέλος τοῦ Ἁγίου.
Τήν ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου ἔγραψε ὁ Μεγάλος Ρήτορας τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας Μανουήλ ὁ Πελοποννήσιος, πιθανότατα μεταξύ τῶν ἐτῶν 1451 – 1481.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.