Ὁ Πατριάρχης αὐτός, κατέχει μία ἀπό τίς ἐπισημότερες θέσεις στήν ἐκκλησιαστική Ἱστορία.
Κατά τήν πιό πιθανή γνώμη, πατριάρχευσε 28 συνεχή χρόνια καί ὑπῆρξε σύγχρονος τῶν βασιλέων Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, Πουλχερίας, Μαρκιανοῦ καί Λέοντος τοῦ Α’.
Στή Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδο, πού ἔγινε στήν Ἔφεσο, ἡ συμμετοχή τοῦ Ἰουβενάλιου ἦταν ἐνεργητικότατη. Διότι ἦταν ἄνδρας ὄχι μόνο πολλοῦ ζήλου, ἀλλά καί λόγου καί παιδείας.
Ὁ Ἰουβενάλιος ἔγραψε γιά τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου καί τή Μετάσταση αὐτῆς. Ἐπίσης, αὐτός εἶναι πού ἔστειλε στόν αὐτοκράτορα Μαρκιανό τά ἐντάφιά της σπάργανα, πού κατατέθηκαν στό Ναό τῶν Βλαχερνῶν.
Πέθανε, σύμφωνα μέ τά λεγόμενα τοῦ Δοσίθεου, τό ἔτος 457.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.