Ὁ Ἅγιος Κεντιγκέρνος καταγόταν ἀπό τήν Σκωτία. Περί τῶν παιδικῶν του χρόνων θρυλοῦνται πολλά. Λέγεται ὅτι ἦταν ἐξώγαμο παιδί κάποιας βασιλόπαιδος τήν ὁποία, ὁ προσβεβλημένος πατέρας της τήν ἔβαλε σέ μία βάρκα πού ἄφησε ἀκυβέρνητη στό πέλαγος. Ἡ βάρκα ἐξόκειλε κοντά στή Μονή τοῦ Κούλρος. Ὁ Ἡγούμενος Ἅγιος Σέρφ εὐσπλαχνίστηκε τή μητέρα καί τό παιδί καί ἀνέλαβε τήν προστασία τοῦ βρέφους. Ὁ Ἅγιος ὀνομαζόταν καί Μούνγκο, πού σημαίνει «προσφιλής, ἀγαπητός» ἤ, κατ’ ἄλλους, «σκυλάκι, κουτάβι», λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Ἅγιος ἀκολουθοῦσε τόν προστάτη του Ἅγιο Σέρφ.
Ὁ Ἅγιος ἐγκαταστάθηκε στή Γλασκόβη, ὅπου ἔγινε καί Ἐπίσκοπος. Ὁ βίος του ἦταν πολύ ἀσκητικός. Ἡ ἐνδυμασία του ἦταν ἀπό δέρμα ζώων, διέμενε δέ σέ σπήλαιο ἀσκούμενος στήν προσευχή. Θεωρεῖται ὅτι κοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη τό ἔτος 612 μ.Χ. σέ ἡλικία 85 ἐτῶν.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.