Ὁ διάκονος Κύριλλος, ἐπί αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, γκρέμισε εἰδωλολατρικούς ναούς καί ἔκαψε τά ξόανα τῶν ψεύτικων θεῶν, στήν Φοινίκη. Γιά τόν λόγο αὐτό συνελήφθη ἀπό τούς εἰδωλολάτρες καί θανατώθηκε μέ ἀπάνθρωπο τρόπο: ἄνοιξαν τήν κοιλιά του καί τοῦ ἔβγαλαν τά σπλάχνα.
Μέ τόν ἴδιο ἀπάνθρωπο τρόπο μαρτύρησαν στήν Ἀσκάλωνα καί στήν Γάζα, τό ἔτος 363 μ.Χ., ἄνδρες καί γυναῖκες, ἱερεῖς καί μοναχές, τῶν ὁποίων ἀφαίρεσαν τά σπλάχνα καί ἔριξαν ἐντός τῆς κοιλίας αὐτῶν κριθάρι, γιά νά τό φάνε οἱ χοῖροι.
Ἔτσι μαρτύρησαν καί ἔλαβαν τό ἁμάραντο στέφανο τῆς δόξας τοῦ Κυρίου, οἱ Ἅγιοι αὐτοί Μάρτυρες καί Ὁμολογητές τῆς πίστεως.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τό προσταχθέν.
Δι’ ἐγκρατείας τῶν παθῶν τάς πυριφλέκτους, ἀπονεκρώσαντες ὁρμάς καί τάς κινήσεις, τοῦ Χριστοῦ οἱ Μάρτυρες ἔλαβον τήν χάριν, τάς νόσους ἀποδιώκειν τῶν ἀσθενῶν, καί ζῶντες καί μετά τέλος θαυματουργεῖν, ὄντως θαῦμα παράδοξον! ὅτι ὀστέα γυμνά, ἐκβλύζoυσιν ἰάματα. Δόξα τῷ μόνῳ Θεῶ ἡμῶν.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.