Γιά τόν Ἅγιο αὐτόν δέν ἀναφέρεται πουθενά βιογραφικό του ὑπόμνημα στούς Συναξαριστές. Μόνο στόν Παρισινό Κώδικα 1617 ἀναγράφεται ὅτι ὁ μάρτυρας αὐτός ὁμολόγησε μέ θάρρος τόν Χριστό μπροστά στόν εἰδωλολάτρη ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος μέ διάφορες κολακεῖες προσπάθησε νά τόν πείσει νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Ἀλλά ἐπειδή δέν τά κατάφερε τόν βασάνισε μέ τόν πιό φρικιαστικό τρόπο καί στό τέλος τόν ἀποκεφάλισε.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
Τήν ἀπροσμάχητον, τοῦ Λόγου δύναμιν, Λοῦππε μακάριε, περιζωσάμενος, κατεπολέμησας στερρῶς, τόν ἄρχοντα τῆς κακίας· σύ γάρ ὑπερέλαμψας, ἐν ἀγῶσιν ἀθλήσεως· ὅθεν καί ἀπέλαβες, τό βραβεῖον τῶν ἄθλων σου, πρεσβεύων ἐκτενῶς Ἀθλοφόρε, δοῦναι ἡμῖν πταισμάτων λύσιν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Ὁπλίτης στερρός, Κυρίου ἐχρημάτισας, ὀλέσας ἐχθρῶν, ἀθλητικῶς τάς φάλαγγας· σύ γάρ τῷ θείῳ ἔρωτι, ὐπέρ φύσιν ἀγῶνας διήνυσας, πρεσβεύων Χριστῷ τῷ Θεῷ, πανένδοξε Λοῦππε, ὑπέρ πάντων ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.
Μάρτυς ἀκαθαίρετος τοῦ Χριστοῦ, Λοῦππε ἀνεδείχθης, ἐν ἀγῶσι καταβαλών, τῶν ἀντικειμένων, ἐχθρῶν τάς παρατάξεις διό καί ἐδοξάσθης, ἀξίως ἔνδοξε.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.