Ὁ Ἱερομάρτυς Μάρκελλος, ἔζησε τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Α’ τοῦ Μεγάλου. Καταγόταν ἀπό τήν Κύπρο, στήν ὁποία καί ἔλαβε κοσμικό ἀξίωμα, ἀναθέτοντάς του τήν διοίκηση τοῦ νησιοῦ. Κατά τήν διάρκεια τῶν κοσμικῶν του καθηκόντων, προσπάθησε νά εἶναι πάντα δίκαιος, κάτι πού ἐξέπληξε τούς πάντες στό νησί. Ἀργότερα ἔγινε ἱερέας καί ἔπειτα Ἐπίσκοπος Ἀπαμείας τῆς Συρίας.
Ὡς Ποιμενάρχης, ἦταν σωστός καί δίκαιος καί προσπαθοῦσε νά βρίσκεται συνέχεια κοντά στά προβλήματα τοῦ ποιμνίου του. Ἀναδείχτηκε δέ θερμός ζηλωτής τῆς πίστεως, στόν Χριστιανισμό, ἀνεγείροντας πολλές ἐκκλησίες καί γκρεμίζοντας συγχρόνως πολλούς εἰδωλολατρικούς ναούς. Σ’ ἕνα μάλιστα ἀπό αὐτούς, ὁ ὁποῖος δέν γκρεμιζόταν μέ τίποτα, ἔριξε ἁγιασμένο νερό καί ἀμέσως ὁ ναός αὐτός, πού ἦταν ἀφιερωμένος στόν Δία, πῆρε φωτιά καί ἐξαφανίστηκε.
Μέ ἀφορμή τό γεγονός αὐτό τόν συνέλαβαν καί τόν ἔριξαν στήν κάμινο. Μ’ αὐτόν λοιπόν τόν τρόπο ὁ Ἅγιος Μάρκελλος παρέδωσε τό πνεῦμα του στόν Κύριο.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.