Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του Αγίου και ένδοξου μάρτυρα Νέστορα. Και η σημερινή εορτή είναι σαν συνέχεια της χθεσινής, όπου εορτάσαμε την ιερή μνήμη του Αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρα Δημητρίου του μυροβλύτη. Θα μπορούσαν κι οι δυό μάρτυρες να εορτάζονται μαζί την ίδια μέρα, γιατί μαζί άθλησαν και μαζί στεφανώθηκαν με το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου. Η Εκκλησία όμως, για να τους τιμήσει περισσότερο, τους εορτάζει χωριστά, αφιερώνοντας μια ήμερα για τον καθένα. Όσα λοιπόν θα πούμε σήμερα είναι σχεδόν τα ίδια που θα λέγαμε και χθες.
Ο Άγιος Νέστορας είναι κι αυτός από τα ιερά θύματα του μεγάλου διωγμού του Διοκλητιανού στα 296. Ήταν δεν ήταν είκοσι ετών, ένας νέος ωραίος με πίστη και ιερό ενθουσιασμό. Ήταν γνωστός και φίλος του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος τώρα βρισκότανε στη φυλακή. Άκουσε λοιπόν ο Νέστορας τον βάρβαρο παλαιστή Λυαίο να καυχιέται στο στάδιο, να υβρίζει και να προκαλεί τους πάντες και δεν το άντεξε. Έτρεξε τότε στη φυλακή και ζήτησε την ευχή και την ενίσχυση του Αγίου Δημητρίου, για να βγει και να ταπεινώσει τον υβριστή και βλάσφημο Λυαίο.
Ο Άγιος Δημήτριος σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον Νέστορα και του είπε· «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και για το Χριστό θα μαρτυρήσεις». Αλλ’ αυτός ο λόγος δεν ήταν μόνο για τον Νέστορα, αλλά και για τον ίδιο τον Άγιο Δημήτριο, γιατί κι οι δυό ύστερα μαρτύρησαν για τον Χριστό.
Ο Νέστορας, καταλαβαίνοντας μέσα του δύναμη Θεού, έτρεξε στο στάδιο και όρμησε για να παλέψει με το Λυαίο. Φωνάζοντας δυνατά: «Ο Θεός Δημητρίου, βοήθει μοι», κτύπησε με το σπαθί του κατευθείαν στην καρδιά και ξάπλωσε κάτω νεκρό τον μέχρι τότε αήττητο βάρβαρο και βλάσφημο παλαιστή Λυαίο.
Ἔτσι, με τήν ηρωική αυτή πράξη του ὁ Νέστορας, δίδαξε σε όλους μας ὅτι, σέ κάθε ἀνθρώπινη πρόκληση πρέπει νά ἀναφωνοῦμε: «Κύριος ἐμοί βοηθός, καί οὐ φοβηθήσομαι· τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος;». Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου καί δέ θά φοβηθῶ. Τί θά μοῦ κάνει ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος;
Όμως, ο Νέστορας δεν σκότωσε μόνο το Λυαίο. «Τραυμάτισε» επίσης βαριά τον Μαξιμιανό, που ήταν συμβασιλέας του Διοκλητιανού στην Ανατολή και παρακολουθούσε τώρα τον αγώνα στο στάδιο Θεσσαλονίκης. Ήταν ο προστάτης του Λυαίου και τον έφερνε μαζί του, για να παλεύει στο στάδιο, να σκοτώνει αθώους ανθρώπους και να διασκεδάζει ο λαός. Ήταν η εποχή εκείνη, που οι άνθρωποι ήσαν ευχαριστημένοι όταν είχαν «άρτον και θεάματα». Πολλοί χριστιανοί τότε κατασπαράχθηκαν στα στάδια από τα θηρία, κι οι εξαγριωμένοι όχλοι διασκέδαζαν αλαλάζοντας. Τόσο φτηνή ήταν η ζωή των ανθρώπων.
Ο Μαξιμιανός, μετά τη νίκη του Νέστορα και τη δίκαιη τιμωρία του Λυαίου, έδωσε διαταγή ο Δημήτριος κι ο Νέστορας να θανατωθούν. Τότε, ο μεν Δημήτριος κατατρυπήθηκε από τις στρατιωτικές λόγχες μέσα στη φυλακή όπου βρισκόταν, ο δε Νέστορας αποκεφαλίσθηκε, κι έτσι, με το μαρτυρικό τους θάνατο, έλαβαν κι οι δυό μαζί το στεφάνι της νίκης.
Στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε και ακούμε στον Εσπερινό σε κάθε εορτή Αγίων Μαρτύρων· «Έδοξαν εν οφθαλμοίς αφρόνων τεθνάναι, οι δε εισίν εν ειρήνη», φάνηκαν στα μάτια των ανόητων πως πέθαναν, όμως αυτοί έχουν ειρήνη. Εκείνη την ειρήνη, που αισθάνονται όλοι όσοι πεθαίνουν επάνω στο χρέος των, για να ζήσουν αιώνια μαζί με τον Θεό.
Η μονομαχία του Αγίου Νέστορα με το γίγαντα παλαιστή Λυαίο, ομοιάζει πολύ με τη μονομαχία του Δαβίδ με τον πάνοπλο Γολιάθ, για την οποία διαβάζουμε στο 17 κεφάλαιο της πρώτης Βασιλειών στην Παλαιά Διαθήκη. Έτσι και τότε· ο Γολιάθ καυχιότανε και απειλούσε γη και ουρανό, και το τσοπανόπουλο, ο Δαβίδ, τον έριξε κάτω με μια σφενδόνα. Το ίδιο και τώρα, ο αγέρωχος υβριστής Λυαίος προκαλούσε και φοβέριζε όλο τον κόσμο κι ο Νέστορας τον νίκησε με το σημείο του Σταυρού.
Μεγάλα θαύματα κάνει ο Θεός διά μέσου των Αγίων και δείχνει τη δύναμη του στον κόσμο, καθώς το λέγει και ο Ψαλμός, ότι «θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού». Αμήν.
Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2009/10/27/
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἀθλητής εὐσεβείας ἀκαταγώνιστος, ὡς κοινωνός καί συνήθης τοῦ Δημητρίου ὀφθείς, ἠγωνίσω ἀνδρικῶς Νέστορ μακάριε· τῇ θεϊκῇ γάρ ἀρωγῇ, τόν Λυαῖον καθελών, ὡς ἄμωμον ἱερεῖον, σφαγιασθείς προσηνέχθης, τῷ Ἀθλοθέτῃ καί Θεῷ ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Ἀθλήσας καλῶς, ἀθάνατον τήν εὔκλειαν, κεκλήρωσαι νῦν, καί στρατιώτης ἄριστος, τοῦ Δεσπότου γέγονας, ταῖς εὐχαῖς Δημητρίου τοῦ Μάρτυρος· σύν αὐτῷ οὖν Νέστορ σοφέ, πρεσβεύων μή παύσῃ, ὑπέρ πάντων ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.
Σθένος ἐζωσμένος ὑπερφυές, νικητής ἐγένου, ἐν ἀγῶσι Νέστορ σοφέ· ὅθεν ἀκηράτων, γερῶν ἠξιωμένος, μετά τοῦ Δημητρίου, ἡμῶν μνημόνευε.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.