Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Νίκανδρος ἄθλησε ἐπί αὐτοκράτορα Διοκλητιανού (284 – 305 μ.Χ.) στήν Αἴγυπτο. Ὁ Ἅγιος εἶχε ἀναλάβει τό ἱερό ἔργο τῆς περισυλλογῆς τῶν ἄταφων ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων, τά ὁποία ἐνταφίαζε κρυφά μέ πολύ σεβασμό.
Ὅταν, λοιπόν, ἔβλεπε τά ἱερά λείψανα νά εἶναι ριγμένα κατά τέτοιο τρόπο καί νά εἶναι ἀτημέλητα, ἀφοῦ τήν ἡμέρα δέν τολμοῦσε νά τά προσεγγίζει, γιά νά μήν συλληφθεῖ, τά περισυνέλεγε αὐτά τή νύχτα ἕνα πρός ἕνα. Ὅταν ἕνας εἰδωλολάτρης τόν εἶδε νυχτερινή ὥρα νά ἐπιμελεῖται αὐτοῦ τοῦ ἔργου, τόν διέβαλε στόν ἄρχοντα τῆς πόλεως, ὁ ὁποῖος τόν συνέλαβε καί τόν βασάνιζε, γιά νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό. Αὐτός ὅμως γιά νά μήν Τόν ἀρνηθεῖ, ἐγκωμίαζε περισσότερο τόν Ἀληθινό Θεό καί Δημιουργό τοῦ παντός. Ἐξαιτίας αὐτοῦ, ἐπειδή προκάλεσε τήν ὀργή τοῦ ἄρχοντα, δέχθηκε τόν θάνατο μέ ξίφος. Καί ἔτσι ἀφοῦ τελειώθηκε ὁ βίος του, ἔλαβε αἰώνιο στέφανο. Ἦταν τό ἔτος 305 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.