Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Νικήτας γεννήθηκε μεταξύ τῶν ἐτῶν 1760 – 1770 καί καταγόταν ἀπό τήν Ἤπειρο. Ἄλλοι συγγραφεῖς θεωροῦν ὅτι ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπό τήν Τραπεζούντα τοῦ Πόντου καί μάλιστα ἀπό τήν περιοχή τῶν Λαζῶν. Τήν ἐκδοχή αὐτή στηρίζουν κυρίως στήν Ἀκολουθία τῶν Ἁγιαννανιτῶν, πού ἐγράφη τό 1840 – 1850 ἀπό τόν μοναχό Ἰάκωβο τῆς Νέας Σκήτης καί στήν ὁποία ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπό τήν περιοχή τῶν Λαζῶν τοῦ Πόντου, καθώς καί στή λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου ἐπί τῆς ὁποίας ἀναγράφεται «Τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Νικήτα τοῦ Λαζοῦ».
Ἀπό τό κείμενο τοῦ μαρτυρίου του δέν μᾶς εἶναι γνωστό ἂν ἀρνήθηκε στήν ἀρχή τοῦ βίου του τόν Χριστό καί ἔγινε Μωαμεθανός στίς Σέρρες. Πάντως, γίνεται λόγος γιά τήν περιτομή τήν ὁποία ὑπέστη ὁ Ἅγιος.
Ὁ Ἅγιος ἔγινε μοναχός στή Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ ἄρχισε τούς πνευματικούς ἀγῶνες ζώντας μέ νηστεία, ἀγρυπνία καί προσευχή. Ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος στή μονή τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τήν καλούμενη Ρωσική. Καταληφθείς ἀπό τόν πόθο τοῦ μαρτυρίου περιερχόταν τά περίχωρα τῶν Σερρῶν καί τῆς Δράμας καί κήρυττε ἐνώπιον τῶν Τούρκων τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό. Ἡ ἀπόφασή του ἦταν νά χύσει τό αἷμα του γιά τήν ἀγάπη τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ.
Ὁ Ἅγιος Νικήτας ἐξομολογήθηκε στόν προηγούμενο ἱερομόναχο Κωνσταντίνο τοῦ μετοχίου τῆς Παναγίας τῆς Ἡλιόκαλλης καί μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἀφοῦ πέρασε ἀπό τό ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, πῆγε ὕστερα στό τζαμί τοῦ Ἀχμέτ Πασᾶ. Στό τζαμί αὐτό ἔμενε ἕνας ἱεροδιδάσκαλος τῶν Τούρκων μαζί μέ τούς ἱεροσπουδαστές του. Ἕνας ἀπό τούς μαθητές αὐτούς ἦταν χωλός καί στά δύο πόδια. Ὁ Ἅγιος Νικήτας τοῦ εἶπε ὅτι θά θεραπευθεῖ, ἐάν πιστέψει στόν Χριστό.
Ὁ νεαρός Τοῦρκος ἀνέφερε ἀμέσως στόν διδάσκαλό του τόν λόγο πού τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος. Ἔτσι ὁ Ἅγιος συνελήφθη καί ὁδηγήθηκε στό βοεβόδα τῶν Σερρῶν, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολή νά τόν φυλακίσουν. Κατά τόν χρόνο τῆς φυλακίσεώς του ὑπέστη πολλά καί φρικώδη βασανιστήρια. Τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 1808 ὁ Ἰσούχ μπέης διέταξε νά ἐκτελεσθεῖ ἡ ἀπόφαση τοῦ θανάτου τοῦ Ἁγίου Νικήτα, τόν ὁποῖο κρέμασαν. Κοντά στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου του ἦταν ὁ ναός τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ. Τήν ἴδια νύχτα τοῦ μαρτυρίου ὁ διάκονος τοῦ ναοῦ βγῆκε ἀπό τό κελλί του καί εἶδε ἕνα μεγάλο φῶς νά λάμπει σέ ὅλη τήν γύρω περιοχή. Τό λείψανο τοῦ Μάρτυρος ἔμεινε κρεμασμένο στήν ἀγχόνη τρεῖς ἡμέρες. Τήν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου, τό βράδυ, δόθηκε στούς Χριστιανούς ἡ ἄδεια νά κατεβάσουν τό ἱερό λείψανο καί νά τό ἐνταφιάσουν στό ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῶν Σερρῶν.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.