Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Νίκων, κατά κόσμον Νικόλαος, ἐγεννήθηκε στίς 26 Σεπτεμβρίου 1888 στή Μόσχα ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί φιλόθεους, τόν Μητροφάνη καί τή Βέρα Μπελϋάεφ. Ἡ οἰκογένεια, μετά τήν εὐλογημένη ἐπίσκεψη στήν οἰκία τους τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης, ἔφερε τόν Νικόλαο στή Σκήτη τῆς Ὄπτινα. Ἐδῶ ὁ Νικόλαος, στίς 24 Μαΐου 1915, ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Νίκων καί ἄρχισε τόν ἀγώνα γιά τήν πνευματική ἄνοδο. Ἡ χειροτονία του εἰς διάκονον ἔγινε στίς 30 Ἀπριλίου 1916 καί ἡ εἰς πρεσβύτερον στίς 3 Νοεμβρίου 1917.
Τά χρόνια ὅμως ἦταν δύσκολα. Τό νέο καθεστώς προέβαινε σέ συλλήψεις καί φυλακίσεις Χριστιανῶν. Ἔτσι ἡ πρώτη σύλληψη τοῦ Νίκωνος γίνεται τό 1919. Μετά τήν ἀπελευθέρωσή του, ἐπέστρεψε καί πάλι στήν Ὄπτινα. Ἀλλά οἱ ἀρχές ἔκλεισαν τή μονή καί τόν ἀγροτικό συνεταιρισμό αὐτῆς καί τήν μετέτρεψαν σέ μουσεῖο.
Μετά ἀπό πολλές περιπέτειες ὁ Νίκων συλλαμβάνεται καί φυλακίζεται στό στρατόπεδο Κεμπερμπούνκτ. Ἐδῶ παρέδωσε, ἀσθενής, μετά ἀπό κακουχίες, τό πνεῦμά του στόν Κύριό του, τό 1931, ἀφοῦ μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.