Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Παχώμιος καταγόταν ἀπό τή Μικρά Ἀσία καί γεννήθηκε ἀπό γονεῖς φιλόθεους καί εύσεβεῖς. Ὑπηρετώντας ὡς στρατιώτης στό Ρωσικό στρατό, συνελήφθηκε αἰχμάλωτος ἀπό τούς Τατάρους, πουλήθηκε σέ κάποιον Τοῦρκο βυρσοδέψη, ὁ ὁποῖος τόν ἔφερε στήν πατρίδα του Οὐσάκι τῆς Φιλαδελφείας. Ὁ Ἅγιος παρέμεινε στήν ὑπηρεσία τοῦ Τούρκου ἐπί εἴκοσι ἑπτά ἔτη, ὑπομένοντας βασανιστήρια καί ἐξευτελισμούς καί πιεζόταν καθημερινά νά ἀλλαξοπιστήσει. Αὐτός ὅμως παρέμενε ἀκλόνητος στή Χριστιανική πίστη καί ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, ἀφοῦ ὁ ἀφέντης του ἀπηύδησε, τόν ἄφησε ἐλεύθερο.
Ἐνῷ ἑτοιμαζόταν νά ἀναχωρήσει, ἀσθένησε, καί Τοῦρκοι, πού ἐπωφελήθηκαν τήν κατάσταση αὐτή, διέδωσαν ὅτι ὁ Παχώμιος ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά γίνει Μωαμεθανός, πρίν πεθάνει. Ὅταν λοιπόν, αὐτός ἀνέρρωσε, τόν ἔντυσαν μέ τουρκικά ἐνδύματα καί τόν ἄφησαν ἐλεύθερο. Ἀμέσως ὁ Παχώμιος ἀναχώρησε καί μέσῳ Σμύρνης μετέβη στό Ἅγιον Ὄρος, στή μονή τοῦ Ἁγίου Παύλου, καί τέθηκε ὑπό τήν προστασία ἐνάρετου ἱερομονάχου, πού ὀνομαζόταν Ἰωσήφ.
Μετά τήν δωδεκαετή παραμονή στή μονή, μετοίκησε στά Καυσοκαλύβια, μιμούμενος δέ τή θαυμαστή πολιτεία τοῦ Ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου († 12 Ἀπριλίου) ἔγινε ὑπόδειγμα μοναχοῦ καί ἦταν ἀγαπητός σέ ὅλους τούς ἀδελφούς.
Κινούμενος ἀπό θεῖο ζήλο, ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό. Πράγματι, ἀφοῦ ἐπί ἕνα ἔτος δοκιμάσθηκε μέ διάφορους Κανόνες καί παιδαγωγίες, συνοδευόμενος ἀπό τόν ἱερομόναχο Ἰωσήφ, μετέβη στό Οὐσάκι τῆς Φιλαδελφείας, στό μέσο δέ τῆς ἀγορᾶς διεκήρυξε τήν πίστη του πρός τόν Χριστό. Ἀμέσως συνελήφθη καί ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ μέ τήν κατηγορία τοῦ ἐξομώτου. Ὁ Μάρτυρας Παχώμιος μέ πνευματική ἀνδρεία ἀντέκρουσε τούς κατηγόρους του καί δήλωσε ὅτι οὐδέποτε ἀρνήθηκε τόν Χριστό, ἀλλά ἦταν καί θα παρέμενε πιστός στήν πατρώα εὐσέβεια μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του. Κατόπιν τούτου ὁ κριτής διέταξε τόν ἐγκλεισμό του στή φυλακή. Μετά τρεῖς ἡμέρες, ἀφοῦ κλήθηκε καί πάλι νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί δέν τό ἀποδέχθηκε, καταδικάσθηκε σέ θάνατο καί παραδόθηκε στόν δήμιο. Ἔτσι ὁ Ὁσιομάρτυς Παχώμιος μαρτύρησε δι’ ἀποκεφαλισμοῦ τό 1730, τήν Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως.
Τό ἱερό λείψανό του τό παρέλαβαν μετά τρεῖς ἡμέρες εὐσεβεῖς Χριστιανοί καί τό ἐνταφίασαν μέ εὐλάβεια. Σήμερα δέ, βρίσκεται στή μονή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς Πάτμου. Τεμάχιο τοῦ ἱεροῦ τούτου λειψάνου παραχωρήθηκε στή μονή τοῦ Ἁγίου Παύλου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί μετακομίσθηκε σέ αὐτή ἀπό τήν Πάτμο, μέ τήν ἔγκριση καί εὐλογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στίς 26 Ἰανουαρίου 1953.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.