Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πλάτων (Γιοβάνοβιτς) γεννήθηκε στό Βελιγράδι τό 1874. Μετά τό πέρας τῶν ἐγκυκλίων μαθημάτων του συνέχισε τίς σπουδές του στή Μόσχα καί τό 1901 ἐπέστρεψε στή Σερβία, ὅπου ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς Ρακόβιτσα κοντά στό Βελιγράδι. Παράλληλα δίδασκε στό ἐκκλησιαστικό σεμινάριο τοῦ Βελιγραδίου.
Κατά τήν διάρκεια τοῦ Α’ Παγκοσμίου πολέμου ἔμεινε στή Σερβία καί ἀνέλαβε τή διακονία τῶν ὀρφανῶν καί τῶν πληγέντων. Τό 1938 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος καί τό 1939 μετατέθηκε στήν Ἐπισκοπή τῆς Μπάνια Λούκα στό βόρειο μέρος τῆς Βοσνίας.
Ὅταν ὁ Χίτλερ, κατά τήν διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου πολέμου, κατέλαβε τό βασίλειο τῆς Γιουγκοσλαβίας, διόρισε φιλοναζιστική κυβέρνηση στήν Κροατία. Ἡ νέα κυβέρνηση ἀπαίτησε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Σέρβιοι (περίπου 3.000.000 πιστοί) νά ἀσπασθοῦν τό Ρωμαιοκαθολικισμό, γιά νά θεωροῦνται Κροάτες, ἢ νά ἐγκαταλείψουν τόν τόπο τους, γιά νά μήν δολοφονηθοῦν. Οἱ ἀρχές ζήτησαν ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Πλάτωνα, ἐπειδή καταγόταν ἀπό τό Βελιγράδι, νά ἐγκαταλείψει τήν περιοχή καί νά φύγει μαζί μέ τό ποίμνιό του στή Σερβία, ἀλλά ἐκεῖνος ἀρνήθηκε σθεναρά νά ἐγκαταλείψει τό ποίμνιό του καί τήν Ἐπισκοπή του.
Ἔτσι, στίς 4 Μαΐου 1941, τόν συνέλαβαν, τόν βασάνισαν καί τόν σκότωσαν. Τό τίμιο λείψανό του τό ἔριξαν στόν ποταμό, ὅπου βρέθηκε μετά τρεῖς ἑβδομάδες. Κατά τήν διάρκεια τοῦ πολέμου ἡ φιλοναζιστική ἐξουσία ὁδήγησε στό Γιασένοβακ, τό μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης στό χῶρο τῶν Βαλκανίων, τούς Χριστιανούς, τούς Ἑβραίους καί τούς Τσιγγάνους. Ἐκεῖ βασανίσθηκαν καί δολοφονήθηκαν περί τούς 700.000 ἄνθρωποι.
Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, μέ ἀπόφασή της, ἀνεκήρυξε τόν Ἐπίσκοπο Πλάτωνα Ἅγιο καί τόν ἐνέταξε στό ἁγιολόγιό της.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.