Ηταν πλούσιος καί εὐσεβῆς δημογέροντας στήν Κίο τῆς Βιθυνίας. Ὁ Ἀθανάσιος, ἐπειδή ὑπεράσπιζε τούς συμπολίτες του ἀπό τή βαρειά φορολογία τῶν Τούρκων, συκοφαντήθηκε ὅτι δῆθεν εἶπε, ὅτι θά γίνει μουσουλμάνος.
Προσκλήθηκε ἀπό τίς ἀρχές στήν Κωνσταντινούπολη καί πιέστηκε πολύ νά προδώσει τή χριστιανική του πίστη, προκειμένου νά σωθεῖ. Ὁ Ἀθανάσιος ὅμως δέν ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί μετά ἀπό σκληρά βασανιστήρια φυλακίστηκε. Ἀλλά ἐπειδή καί πάλι ἔμενε ἀμετακίνητος στήν πίστη του, τόν ἀποκεφάλισαν στίς 24 Ἰουλίου 1670.
Βίο τοῦ Ἁγίου, συνέγραψε ὁ Ἰωάννης Καρυοφύλλης.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.