Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Θεόδωρος θεωρεῖται Ἕλληνας στήν καταγωγή, ἀλλά γεννήθηκε στήν Παλαιστίνη. Ὅπως σημειώνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ἔγινε Ἐπίσκοπος Ρώμης ἐπί αὐτοκράτορος Κώνσταντος Β’, στίς 24 Νοεμβρίου τοῦ 642 μ.Χ. Τάχθηκε εὐθύς κατά τῆς «Ἐκθέσεως», αὐτοκρατορικοῦ διατάγματος διά τοῦ ὁποίου ὁ Ἡράκλειος εἶχε ὁμολογήσει τό Μονοθελητισμό καί ἀγωνίσθηκε ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως κατά τῶν αἱρετικῶν Μονοθελητῶν.
Προσπάθησε νά ἐπιτύχει ἀπό τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Παῦλο πού ἀναδείχθηκε τό 641 μ.Χ. καί ἐνῷ ὁ προκάτοχός του Πύρρος δέν εἶχε καθαιρεθεῖ κανονικῶς, νά γίνει ἡ κανονική διαδικασία καί νά ἀποκηρύξει αὐτός τήν «Ἔκθεση». Ὁ Παῦλος ἀρνήθηκε. Ὁ Θεόδωρος τότε τόν κήρυξε ἔκπτωτο καί δέχθηκε εὐμενῶς στή Ρώμη τόν Πύρρο, ὁ ὁποῖος ἀποκήρυξε ἐπίσημα τόν Μονοθελητισμό. Ἀλλά ἡ ἀποκήρυξη τοῦ Πύρρου ἦταν φαινομενική. Πράγματι, αὐτός τήν ἀνακάλεσε, ὅταν ἔχασε κάθε ἐλπίδα ἐπανόδου του στόν πατριαρχικό θρόνο. Γι’ αὐτό, Σύνοδος πού συνῆλθε στή Ρώμη, τόν καταδίκασε σέ καθαίρεση. Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος πέθανε τό 649 μ.Χ., ἐνῷ κατ’ ἄλλους τελειώθηκε μαρτυρικά, ἀφοῦ γδάρθηκε ἀνηλεῶς. Ἐνταφιάσθηκε στό ναό τοῦ Ἁγίου Πέτρου καί ἀργότερα τά ἱερά λείψανά του μετακομίσθηκαν στό ναό τοῦ Ἁγίου Στεφάνου (ροτόντα) τῆς Ρώμης.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.