Ὁ Ἅγιος Τύχων καταγόταν ἀπό τήν Κύπρο καί ἐγεννήθηκε ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς στήν Ἀμαθούντα τῆς Κύπρου, τήν σημερινή Παλαιά Λεμεσό. Ἤκμασε κατά τούς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Ἀρκαδίου καί Ὀνωρίου (395 – 423 μ.Χ.). Ἀφιερωθείς ὑπό τῶν φιλοθρήσκων γονέων του στόν Θεό, ἔλαβε ἄρτια μόρφωση καί διακρίθηκε στή μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Γιά τήν καθαρότητα τοῦ βίου καί τήν ἁγνότητά του ἐχειροτονήθηκε ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Ἀμαθούντος Μνημονίου διάκονος καί στή συνέχεια πρεσβύτερος. Ἡ ἱκανότητα, ὁ θερμός ζῆλος ὑπέρ τοῦ θείου κηρύγματος καί οἱ πολλαπλές ἀρετές του τόν ἀνέδειξαν, μετά τό θάνατο τοῦ Μνημονίου, διάδοχό του, χειροτονηθείς ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Ἁγίου Ἐπιφανίου († 12 Μαΐου). Ὡς Ἐπίσκοπος, ὁ Τύχων διακρίθηκε γιά τά φιλανθρωπικά ἔργα, τήν ἀδιάλειπτη διδασκαλία καί τήν ὑπέρ τῆς ἐξαπλώσεως τῆς Χριστιανικῆς πίστεως μέριμνά του. Ἔτσι, μετέστρεψε πολλούς εἰδωλολάτρες, κατέστρεψε ναούς εἰδωλολατρικούς καί εἴδωλα καί ἀνήγειρε Χριστιανικές ἐκκλησίες.
Κάποια ἡμέρα, πού εἰσῆλθε σέ ἕνα εἰδωλολατρικό ναό, ἔδιωξε ἀπό ἐκεῖ τήν ἱέρεια τῆς Ἀρτέμιδος, τή Μιαρανάθουσα, ἡ ὁποία τόν ἐξύβρισε. Μέ παρρησία ἄρχισε νά τήν ἐλέγχει γιά τήν τυφλή ἐμμονή της στήν ἀσέβεια καί τήν εἰδωλολατρία. Τό θάρρος τοῦ Ἁγίου καί ἡ ἀρετή πού ἀπέπνεε ἡ ὅλη του προσωπικότητα προκάλεσαν τέτοια ἐντύπωση στήν ἱέρεια τῶν εἰδώλων, πού τό θαῦμα ἔγινε. Ἡ Μιαρανάθουσα μέ σεβασμό καί φόβο ἐζήτησε ἀπό τόν Ἅγιο νά τήν κατηχήσει. Ἔτσι δέχθηκε τό Βάπτισμα μέ μετάνοια καί ὀνομάσθηκε Εὐήθεια.
Ἕνεκα τῆς θεοφιλοῦς δράσεώς του καί τῆς ἁγνότητος τοῦ βίου του ἐπροικίσθηκε ἀπό τόν Θεό διά τῆς χάριτος τῆς θαυματουργίας, ἐπιτελέσας πολλά θαύματα στή ζωή καί μετά θάνατον.
Ὁ Ἅγιος Τύχων ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν ἀσκήσει Ἅγιε, θεοφιλεῖ διαπρέψας, Παρακλήτου δύναμιν, ἐξ ὕψους καθυπεδέξω, ξόανα, καθαιρεῖν πλάνης λαούς δέ σώζειν, δαίμονας, ἀποδιώκειν νόσους ἰᾶσθαι. Διά τοῦτό σε τιμῶμεν, ὡς Θεοῦ φίλον, Τύχων μακάριε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός· χαίροις τό δοχεῖον, τῶν τοῦ Πνεύματος ἀγαθῶν· χαίροις ὁ τῆς Κύπρου, ἀνέσπερος δᾳδοῦχος, ὦ Τύχων Ἀμαθοῦντος, ποιμήν μακάριε.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.