Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βαρσιμαῖος ἦταν ἐκεῖνος πού κατήχησε καί βάπτισε τόν Ἅγιο Σάρβηλο καί τήν ἀδελφή του Ἁγία Βεβαία. Γιά τόν λόγο αὐτό καταγγέλθηκε στόν ἡγεμόνα Λυσία, ενώπιον τοῦ οποίου ὁμολόγησε μέ παρρησία τήν πίστη του στόν Χριστό. Γιά τήν ὁμολογία του αὐτή ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολή στούς στρατιῶτες νά χτυπήσουν ἀνηλεῶς τόν Ἅγιο καί νά τόν φυλακίσουν. Λίγο ἀργότερα, μέ τήν προσωρινή κατάπαυση τῶν διωγμῶν, ὁ Ἅγιος ἀπελευθερώθηκε καί ἐπανῆλθε στήν Ἐκκλησία του δοξολογώντας τό Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Βαρσιμαῖος, ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς τό ὑπόλοιπο τοῦ βίου του, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 114 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.