Ὁ Ἅγιος Βαβύλας ἔζησε κατά τά χρόνια πού αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Νουμεριανός, ὁ ὁποῖος δολοφόνησε τόν γιό τοῦ βασιλιά τῶν Περσῶν τόν ὁποῖο κρατοῦσε αἰχμάλωτο.
Τήν ἐνέργεια αὐτή ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Βαβύλας τήν ἀποδοκίμασε ἔντονα. Καί ὅταν κάποια στιγμή θέλησε ὁ Νουμεριανός νά παρακολουθήσει τήν λειτουργία στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἀντιοχείας, τοῦ ἀπαγόρευσε τήν εἴσοδο λέγοντάς του ὅτι στό ναό δέν ἔχουν θέση κοινοί ἐγκληματίες σάν αὐτόν. Ὁ αὐτοκράτορας ὀργισμένος διέταξε νά τόν συλλάβουν καί νά τόν φυλακίσουν.
Τήν ἑπομένη ἡμέρα τόν ἀποκεφάλισαν. Τρεῖς μαθητές τοῦ Βαβύλα ἔτρεξαν νά τοῦ συμπαρασταθοῦν. Συνελήφθησαν καί αὐτοί, καί ἀποκεφαλίστηκαν ἀφοῦ δέν δέχτηκαν νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἱεραρχίας τῷ φωτί ἀπαστράπτων, δικαιοσύνης φυτοκόμος ἐδείχθης, ἀποτεμών τήν ἄκανθαν τῆς πλάνης ἀληθῶς· ὅθεν τῶν αἱμάτων σου, φοινιχθεῖς ταῖς ῥανίσι, τῷ Χριστῷ παρέστηκας, ἀνακράζων Βαβύλα· Ἰδού ἐγώ καί τά παιδία Ἰησοῦ· ὅθεν προσδέχου, ἡμᾶς ὡς ηὐδόκησας.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Μεγαλεῖα πίστεως ἐν τῇ καρδίᾳ, περιθείς ἐφύλαξας, Ἱερομάρτυς Βαβύλα, μή δειλιάσας τόν τύραννον, Χριστοῦ θεράπον· διό ἠμᾶς φύλαττε.
Μεγαλυνάριον.
Πλήρης ὢν σοφίας τῆς θεϊκῆς, λόγοις εὐσεβείας, τούς τρεῖς παῖδας παιδοτριβεῖς, πρός ἄθλησιν θείαν, Βαβύλα Ἱεράρχα, μεθ’ ὧν καί ἀριστεύσας, νομίμως ἔστεψαι.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.