Ὁ Ἅγιος Ζακχαῖος ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἦταν ἀρχιτελώνης, δηλαδή ἀρχιεισπράκτορας τῶν ρωμαϊκῶν φόρων, στήν Ἱεριχώ. Μικρός στό ἀνάστημα καθώς ἦταν, γιά νά μπορέσει νά δεῖ τόν Χριστό ὅταν Ἐκεῖνος διερχόταν ἀπό τήν Ἱεριχώ, ἀνέβηκε σέ μία συκομορέα. Ὁ Κύριος τόν εἶδε καί τόν κάλεσε νά κατέλθει, διότι εἶχε πρόθεση νά καταλύσει τόν οἶκο του. Παρά τούς ψυθιρισμούς τοῦ πλήθους ὁ Ἰησοῦς δέχθηκε τή φιλοξενία τοῦ Ζακχαίου, πού τήν ἴδια στιγμή δήλωσε ὅτι θά χάριζε στούς πτωχούς τό ἥμισυ τῶν ὑπαρχόντων του καί σέ ὅποιον εἶχε ἀδικηθεῖ ἀπό αὐτόν θά ἀπέδιδε τό τετραπλάσιο, ὑπερβάλλοντας ἔτσι σέ γενναιοδωρία ὅ,τι ἐπέτασσε ὁ Μωσαϊκός Νόμος. Ἡ σχετική περικοπή τοῦ Ζακχαίου ἀναφέρεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ.
Σύμφωνα μέ τίς Κλημέντειες Ὁμιλίες, ὁ Ἅγιος Ζακχαῖος ἀκολούθησε τόν Ἀπόστολο Πέτρο, ἀπό τόν ὁποῖο χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος στήν Καισάρεια. Κάποιοι, ἀναφερόμενοι ἀπό τόν Ἅγιο Κλήμη τόν Ἀλεξανδρέα, ταύτισαν τόν Ζακχαῖο μέ τόν τελώνη Ἀπόστολο Ματθαῖο.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.