Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ζώσιμος καταγόταν ἀπό τήν Ἀπολλωνιάδα τῆς Θράκης καί ἄθλησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Τραϊανοῦ (98 – 117 μ.Χ.) καί ἡγεμόνος τῆς ἐν Πισιδίᾳ Ἀντιοχείας Δομετιανοῦ. Ὑπηρετῶν στίς τάξεις τῶν ρωμαϊκῶν λεγεώνων καί δεχθείς τόν Χριστιανισμό, ἀπέρριψε τόν ὁπλισμό του καί καταφυγών σέ Χριστιανική ἐκκλησία ἐβαπτίσθηκε. Καταγγέλθηκε γι’ αὐτό, συνελήφθη, ὁδηγήθηκε δέ ἐνώπιον τοῦ Δομετιανοῦ καί ἀφοῦ ὁμολόγησε μέ πνευματική ἀνδρεία τόν Χριστό, καταδικάσθηκε σέ θανάτωση μέ σκληρά βασανιστήρια. Ἔτσι, τόν ἐκρέμασαν καί τοῦ καταξέσχισαν τίς σάρκες, τόν ἅπλωσαν ἐπάνω σέ πυρακτωμένη σχάρα, τοῦ ἐφόρεσαν σιδερένια ὑποδήματα φέροντα ἐσωτερικῶς καρφιά καί τόν ὑποχρέωσαν νά τρέχει δεμένος ὄπισθεν πόλου, γιά νά μεταβεῖ στήν πόλη τῶν Κανανέων, ὅπου καί ἀποκεφαλίσθηκε.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.