Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Βαρθολομαῖος μαρτύρησε μέ σταυρικό θάνατο στήν Ἀρμενία. Τό ἅγιο λείψανο του οἱ χριστιανοί τό ἔβαλαν μέσα σέ μιά πέτρινη θήκη καί τό ἔκρυψαν στήν Οὐρβανούπολη. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ θήκη γιάτρευε πολλές ἀσθένειες, συνέρεαν σέ αὐτήν πλήθη λαοῦ. Γι’ αὐτό οἱ εἰδωλολάτρες, ὅταν βρῆκαν τήν κατάλληλη εὐκαιρία, πέταξαν τήν θήκη στή θάλασσα, μαζί μέ ἄλλες τέσσερις θῆκες μαρτύρων.
Τότε ἔγινε κάτι τό θαυμαστό. Ἡ θήκη μέ τό λείψανο τοῦ Ἁγίου Βαρθολομαίου, συνοδεία τῶν ἄλλων τεσσάρων θηκῶν, ἀφοῦ πέρασαν τήν Μαύρη Θάλασσα, τά στενά τοῦ Ἑλλησπόντου, τό Αἰγαῖο πέλαγος καί τό Ἀδριατικό, ἔφθασαν ἀριστερά τῆς Σικελίας, στό νησί Λιπαρᾶ.
Ἔπειτα, οἱ θῆκες πού συνόδευαν τήν θήκη τοῦ Ἁγίου Βαρθολομαίου πῆγε ἡ κάθε μία σέ διαφορετικούς τόπους τῆς Ἰταλίας. Τότε λοιπόν, ὁ Ἅγιος τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφθηκε στόν ἐπίσκοπό τῆς Λιπαρώς, Ἀγάθωνα, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ κατέβηκε στήν παραλία καί εἶδε τήν θήκη, ἔμεινε ἐκστατικός. Μέ σεβασμό τότε, συνόδευσαν τήν θήκη μέ τό ἅγιο λείψανο ἐκεῖ ὅπου θαυματουργικά ὑπέδειξε ὁ Ἀπόστολος τοῦ Θεοῦ καί ὅπου κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός.
Δίκαια, ἔτσι, μπορεῖ νά πεῖ κανείς: «Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ». Θαυμαστός εἶναι ὁ Θεός στίς προστασίες πού παρέχει στούς Ἁγίους Του, πού εἶναι ἀφοσιωμένοι σ’ Αὐτόν.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἐξ Ἑῴας ὡς ὄρθρος ὤφθη πολύφωτος, ποντοπορήσασα ξένως Βαρθολομαῖε σοφέ, πρός τήν Δύσιν ἡ σορός ἡ τῶν λειψάνων σου· τοῦ γάρ Ἡλίου τῆς ζωῆς, δᾳδουχεῖ τάς δωρεάς, καί σκότος παντοίων νόσων, ὁλοσχερῶς διαλύει, τῶν προσιόντων ταύτῃ πάντοτε.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Τόν τάφον σου Σωτήρ.
Ἡ κάθοδος τῶν σῶν, παναγίων λειψάνων, ὑπόθεσις ἡμῖν, ἑορτῆς φαιδροτάτης, πανεύφημε γέγονε, τοῦ Κυρίου Ἀπόστολε· ἣν γεραίροντες, εὐσεβοφρόνως τιμῶμεν, σέ τόν ἄδυτον, Βαρθολομαῖε λαμπτῆρα, Χριστόν μεγαλύνοντες.
Μεγαλυνάριον.
Ἦκε πρός τήν Δύσιν ὑπερφυῶς, θαλασσοποροῦσα, τῶν λειψάνων σου ἡ σορός· τίς οὖν ἀνυμνήσει, σοφέ Βαρθολομαῖε, τῶν ξένων σου θαυμάτων, χάριν τήν ἄφθονον.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.