Η εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Μακαρίου ἔγινε στίς 26 Μαΐου τοῦ 1521. Ἕνας ἔμπορος ἀπό τήν πόλη Δμητρώφ, ὁ Μιχαήλ Βορονικώφ, προσέφερε χρήματα γιά τήν κατασκευή μιᾶς πέτρινης ἐκκλησίας ἀντί τῆς παλαιᾶς ξύλινης, πού ὑπῆρχε στό μοναστήρι τοῦ Κολγιαζίν. Ὁ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Ἰωάσαφ, τοποθέτησε ἕνα Σταυρό στό σημεῖο πού προοριζόταν νά κτισθεῖ τό Ἱερό Βῆμα καί εὐλόγησε τό σκάψιμο τοῦ ἐδάφους γιά τήν διάνοιξη τῶν θεμελίων. Κατά τήν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν προέκυψε ἕνα πολύτιμο εὕρημα. Βρέθηκε ἕνα ἄφθαρτο φέρετρο πού μοσχοβολοῦσε. Ὁ ἡγούμενος Ἰωάσαφ ἀναγνώρισε ἀμέσως τό φέρετρο τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς μονῆς, τοῦ Ὁσίου Μακαρίου, ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 1483. Ἡ ἀδελφότητα τῆς μονῆς, μέ τήν παρουσία τῶν πιστῶν, ἐπιτέλεσε μνημόσυνο ἐπάνω στό φέρετρο, τό ὁποῖο στήν συνέχεια μεταφέρθηκε στό ναό. Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα τά ἄφθαρτα τίμια λείψανα τοῦ Ὁσίου ἄρχισαν νά ἐπιτελοῦν θαύματα καί θεραπεῖες ἀσθενῶν.
Ἀργότερα τά ἱερά λείψανα μεταφέρθηκαν ἐπίσημα στό ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέχρι τό 1547 ὁ Ὅσιος Μακάριος ἐτιμᾶτο μόνο τοπικά, στή μονή του. Στή Σύνοδο τῆς Μόσχας, τό 1547, ἐπί τοῦ Μητροπολίτου Μακαρίου (1543 – 1564), ὁ Ὅσιος Μακάριος κατετάγη στούς Ἁγίους τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας και η μνήμη του τιμᾶται στις 17 Μαρτίου.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.