
Ὅταν ᾖλθε ἡ στιγμή τοῦ τέλους τῆς ἐπίγειας ζωῆς τῆς Θεοτόκου, ἄγγελος Κυρίου τῆς τό μετέφερε τρεῖς ἡμέρες πρίν. Ἡ χαρά τῆς Παναγίας ἦταν πολύ μεγάλη διότι θά πήγαινε νά συναντήσει τόν Υἱό της καί Θεό της. Ἀφοῦ λοιπόν πῆγε καί προσευχήθηκε στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, γύρισε στό σπίτι τοῦ Ἰωάννη καί ἔκανε γνωστή τήν κοίμησή της. Μάλιστα ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι λίγο πρίν τήν κοίμησή της, οἱ Ἀπόστολοι πού δέν ἦταν ὅλοι στά Ἱεροσόλυμα, μέ θαυμαστό τρόπο μεταφέρθηκαν ὅλοι δίπλα της. Ὅταν ἐκοιμήθη ἡ Παναγία, μέ ψαλμούς καί ὕμνους τήν τοποθέτησαν στό μνῆμα τῆς Γεθσημανῆς. Ἀνοίγοντας δέ τό μνῆμα μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες, ἔκπληκτοι εἶδαν ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία, ἀναστήθηκε σωματικά καί ἀνελήφθη στούς οὐρανούς.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.