Η Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων τελοῦσε κατά τήν ἡμέρα αὐτή λειτουργική Σύναξη στό ναό τῆς Ἀναστάσεως, γιά τήν θλιβερή ἀνάμνηση τῆς καταστροφῆς καί πυρπολήσεως τῆς Ἁγίας Πόλεως ἀπό τούς Πέρσες τό 614 μ.Χ. Κατά τήν ἑορτή αὐτή ἐψάλλετο ἰδιαίτερη Ἀκολουθία, τῆς ὁποίας διασώθηκαν Στιχηρά καί Κανόνας μέχρι τῆς ζ’ Ὠδῆς. Τήν ἅλωση τῆς Ἱερουσαλήμ ἀπό τούς Πέρσες περιέγραψε μέ λεπτομέρειες ὁ σύγχρονος αὐτῆς ἁγιοσαββίτης μοναχός Ἀντίοχος Στρατήγιος.
Ἡ ἐπίθεση τῶν Περσῶν κατά τῆς Ἱερουσαλήμ ἄρχισε στίς 15 Ἀπριλίου. Οἱ ἐχθροί εἰσέβαλαν στήν πόλη, ὅπως τά ἐξαγριωμένα ἄγρια κτήνη. Οἱ Χριστιανοί κατέφυγαν σέ σπήλαια, τάφρους, δεξαμενές καί ναούς, προκειμένου νά σωθοῦν. Οἱ κατακτητές δέν ἔδειξαν οἶκτο. Δέν σεβάσθηκαν οὔτε ἄνδρες, οὔτε γυναῖκες, οὔτε παιδιά, οὔτε βρέφη, οὔτε νέους, οὔτε γέροντες, οὔτε μοναχούς, οὔτε κληρικούς. Ὁ βασιλέας τῶν Περσῶν Χορσόης βοηθούμενος ἀπό 20.000 Ἰουδαίους ἐξάλειψε κάθε χριστιανικό οἰκοδόμημα καί 80.000 Χριστιανοί μαρτύρησαν. Τότε μεταφέρθηκε στήν Περσία αἰχμάλωτος ὁ Πατριάρχης καί ὁ Τίμιος Σταυρός. Ἀλλά μέ τήν ἀναχώρηση τοῦ Χορσόη φαίνεται ὅτι ὁ Περσικός ζυγός δέν συνέχισε νά εἶναι σκληρός, διότι ὁ Ἐπίσκοπος Μόδεστος, πού ἀντικατέστησε πρόσκαιρα τόν Πατριάρχη, κατόρθωσε νά οἰκοδομήσει ἔστω καί πρόχειρα τό ναό τῆς Ἀναστάσεως καί ἄλλους ναούς.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.