Η Ὀλυμπιάδα ὑπῆρξε στά χρόνια τῶν Πατριαρχῶν Νεκταρίου καί Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (395 μ.Χ.). Ὁ πατέρας της Ἀκοῦνδος εἶχε τό ἀξίωμα τοῦ κόμητος. Κατ’ ἄλλους ὅμως ὀνομαζόταν Σέλευκος.
Ἡ Ὀλυμπιάδα εἶχε μεγάλη σωματική ὡραιότητα, εὐφυΐα, παιδεία καί πολλά πλούτη. Παντρεύτηκε τόν ἔπαρχο Κωνσταντινούπολης Νευρίδιο, ἀλλά αὐτός μετά ἀπό λίγο χρόνο πέθανε καί ἔτσι ἡ Ὀλυμπιάδα ἔμεινε χήρα σέ πολύ μικρή ἡλικία. Ὁ αὐτοκράτωρ Θεοδόσιος προσπάθησε νά τήν πείσει νά πάρει δεύτερο ἄνδρα, κάποιο ἀξιωματοῦχο Ἐλπίδιο. Αὐτή ὅμως, τιμώντας τήν μνήμη τοῦ ἄντρα της καί φλεγόμενη ἀπό τόν πόθο νά ὑπηρετήσει τήν Ἐκκλησία μέ τά πλούτη της, ἀπέρριψε τόν δεύτερο γάμο.
Ἀφοσιώθηκε λοιπόν στόν μέγα ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινούπολης Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο καί γεμάτη ἐνθουσιασμό ἔδωσε στήν ἀρχιεπισκοπή του χιλιάδες χρυσά νομίσματα καί κτήματα. Μέσα στήν Ἐκκλησία εἶχε τόν τίτλο τῆς Διακόνισσας. Ἵδρυσε μάλιστα καί μοναστήρι, κοντά στό ναό τῆς Ἁγίας Εἰρήνης.
Ἀργότερα, ὅταν ὁ Χρυσόστομος ἐξορίστηκε, ἡ Ὀλυμπιάδα ἔπεσε σέ βαθύ πένθος. Γιά νά τήν παρηγορήσει ὁ μέγας ἱεράρχης, τῆς ἔστειλε ἀρκετές ἐπιστολές (σώζονται 17).
Πέθανε ἐξορισμένη στή Νικομήδεια, μόλις 50 ἐτῶν, λίγο μετά ἀπό τό θάνατο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τόν πλοῦτον σκορπίσασα, τόν σόν τελίῳ νοΐ, Χριστῷ ἠκολούθησας δι’ ἐναρέτου ζωῆς, Ὁσία πανεύφημε· σύ γάρ ἐφεπομένη, τῷ σοφῷ Χρυσοστόμῳ, χρύσεον ὤφθης σκεῦος, τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας· διό σε Ὀλυμπιάς, ὁ Κύριος ἐδόξασε.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐσεβείᾳ λάμψασα καί ἐγκρατείᾳ, τόν Θεόν ἐδόξασας, ἔργοις καί τρόποις ἱεροῖς, Ὀλυμπιάς ἀεισέβαστε· διό τῆς δόξης τῆς ἄνω ἠξίωσαι.
Μεγαλυνάρια.
Χαίροις ἡ Ὁσία Ὀλυμπιάς, ἐναρέτων ἔργων, ὑποτύπωσις ἀληθής· χαίροις ἡ τῶν ἄθλων, καί τῆς ἁγίας δόξης, τῷ θείῳ Χρυσοστόμῳ συγκοινωνήσασα.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.