Εζησε κατά τόν 9ο αἰῶνα στά χρόνια τοῦ βασιλιά Θεοφίλου τοῦ εἰκονομάχου καί καταγόταν «ἐκ τοῦ θέματος τῶν Ὀπτιμάτων» (Ὀψικίου).
Οἱ γονεῖς της ὀνομάζονταν Κωνσταντῖνος καί Ἀναστασία, καί ἦταν ἀρκετά πλούσιοι καί πρό πάντων εὐσεβεῖς χριστιανοί. Ἀνάλογη ἀνατροφή ἔδωσαν καί στήν κόρη τους Θεοκλητῶ, πού ἦταν πιστή, εὐσεβής, σεμνή καί μελετοῦσε ἀκατάπαυστα τόν θεῖο Λόγο.
Ὅταν παντρεύτηκε (τόν Ζαχαρία, ἄνδρα εὐσεβῇ καί ἐλεήμονα), ὑπῆρξε πρότυπο χριστιανῆς συζύγου. Τό σπίτι της ἦταν συνεχῶς ἀνοικτό γιά τούς δυστυχεῖς, γιά τίς χῆρες, τά ὀρφανά καί τούς φτωχούς οἰκογενειάρχες. Συχνά πήγαινε ἡ ἴδια στά φτωχόσπιτα καί μοίραζε ἁπλόχερα ἐλεημοσύνη καί περιποίηση στούς ἀρρώστους.
Ὁ θάνατος τήν βρῆκε νά ἐκτελεῖ τέτοια θεάρεστα ἔργα. Τό δέ λείψανό της, ἀξιώθηκε νά γίνει ὄργανο πολλῶν ἰαμάτων.
(Στόν κώδικα 73 τῆς Μονῆς Παναγίας τῆς Χάλκης, καλεῖται Θεόκλητη καί ἡ μνήμη της ἀναφέρεται τήν 21η Αὐγούστου).
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.